ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Προς «μίνι» Προανακριτική λόγω έλλειψης στοιχείων

ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΝΔΡΟΥ

«Αν υπήρχαν άλλα στοιχεία για πολιτικούς, θα είχαν αποσταλεί στη Βουλή, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα για την αμελλητί διαβίβασή τους», λέει στην «Κ» δικαστική πηγή. Πάνω, στιγμιότυπο από την ψηφοφορία στην Ολομέλεια για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

H σύσταση της προανακριτικής επιτροπής για δέκα πολιτικούς στην υπόθεση της Novartis, μετά τη θυελλώδη συνεδρίαση της Βουλής που άφησε πικρή γεύση στους πολίτες για τα πολιτικά μας ήθη, εντείνει τις διεργασίες και τους προβληματισμούς μέσα στο δικαστικό σώμα σχετικά με την επόμενη μέρα για τον χειρισμό της υπόθεσης, που αποτελεί σκάνδαλο με διεθνείς προεκτάσεις.

Η έλλειψη, προς το παρόν, άλλων αποδεικτικών στοιχείων για την εμπλοκή των δέκα πολιτικών, πλην των καταθέσεων των τριών προστατευόμενων μαρτύρων, οι οποίοι βάλλονται πανταχόθεν για την ατεκμηρίωτη σε πολλά σημεία μαρτυρία τους, οδηγεί δικαστικούς παράγοντες σε παραδοχές ότι η δικογραφία για τους πολιτικούς σύντομα θα γυρίσει πίσω στα χέρια της Δικαιοσύνης.

Δικαστικές πηγές που παρακολουθούν τις εξελίξεις και μπορούν να εκτιμήσουν τη συνέχειά τους δήλωναν στην «Κ» τη θέση τους ότι η έρευνα για τους πολιτικούς δεν πρόκειται να εξαντληθεί στο πλαίσιο κοινοβουλευτικών διαδικασιών και ότι σύντομα η σχετική δικογραφία θα επιστρέψει στις δικαστικές αρχές, οι οποίες θα αναλάβουν τη διερεύνηση της υπόθεσης –πέραν των υπολοίπων– και για τους πολιτικούς.

Η παραγραφή

Κατά τις ίδιες πηγές, η επιστροφή της δικογραφίας στη Δικαιοσύνη σηματοδοτεί, επί της ουσίας, σύντομη ζωή της προανακριτικής επιτροπής. Η δε εκτίμηση για το όχημα επανόδου της δικογραφίας στη Δικαιοσύνη εδράζεται στη θέση που υποστηρίζουν δημόσια και κυβερνητικοί παράγοντες, μεταξύ των οποίων και ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος, ότι η κατηγορία που ερευνάται για τους πολιτικούς σχετικά με τη δωροδοκία δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή με βάση τον νόμο περί ευθύνης υπουργών.

Το ενδεχόμενο οι έρευνες για τους πολιτικούς να συνεχιστούν μετά την Προανακριτική από τις δικαστικές αρχές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σχετικά με τις αντιδράσεις των ελεγχόμενων πολιτικών και της αντιπολίτευσης, που ζητούν «εδώ και τώρα» σε βάθος έρευνα της υπόθεσης από τη Βουλή, εμφανίζεται στην παρούσα συγκυρία ως πλέον πιθανή και τούτο διότι δύσκολα μπορούν, όπως εκτιμούν νομικοί με κύρος, να σταθούν σε δημόσια εξέταση ενώπιον της Προανακριτικής οι τρεις προστατευόμενοι μάρτυρες είτε καταθέτοντας επωνύμως είτε ανωνύμως.

Και ενώ όλα δείχνουν πως η δικογραφία για τους πολιτικούς το πιθανότερο είναι να επιστρέψει στη Δικαιοσύνη, στους κόλπους της εκδηλώνεται έντονη κινητικότητα σχετικά με το ποιες δικαστικές αρχές θα χειριστούν τον φάκελο με τους πολιτικούς, θέμα κρίσιμο μετά τις σφοδρές επικρίσεις των αναφερόμενων από τους τρεις μάρτυρες για τους μέχρι τώρα χειρισμούς, ειδικώς της Εισαγγελίας Διαφθοράς.

Δικαστικές πηγές δήλωναν στην «Κ» πως στη φάση αυτή η έρευνα είναι βέβαιον ότι θα συνεχιστεί από την εισαγγελέα Ελένη Τουλουπάκη και τους συνεργάτες της. Στο προσεχές μέλλον όμως, και αν η δικογραφία για τους πολιτικούς φθάσει στη Δικαιοσύνη, τότε οι ίδιες πηγές εκτιμούν ότι είναι δύσκολο να μη συγκληθεί η Ολομέλεια του Εφετείου και να προκρίνει τη λύση τις έρευνες να αναλάβει ειδικός εφέτης ανακριτής.

Η πρόβλεψη, άλλωστε, του νόμου για ειδικό εφέτη ανακριτή σε σοβαρές υποθέσεις –κατά τεκμήριο εμπειρότερο δικαστή– έχει ήδη εφαρμοστεί πολλές φορές έως σήμερα και μάλιστα σε περιπτώσεις που δεν μπορούν επ’ ουδενί να συγκριθούν με την έρευνα για εμπλοκή δέκα πολιτικών σε υποθέσεις χρηματισμού.

Εξάλλου και μέσα στην κυβέρνηση, σύμφωνα με πληροφορίες, διατυπώνονται απόψεις για ορισμό ειδικού εφέτη ανακριτή προσεχώς, ενώ υπάρχουν και αντίθετες θέσεις ότι οι ανακριτές Διαφθοράς οφείλουν να χειριστούν τις έρευνες, θέση που δημόσια υποστήριξε και η πρώην πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασιλική Θάνου.

Προς το παρόν, πάντως, και ενόσω η Προανακριτική ακόμα βρίσκεται στα σκαριά, σύγκληση της Ολομέλειας του Εφετείου δεν πρόκειται να γίνει και η εισαγγελέας Τουλουπάκη θα συνεχίσει τις έρευνες για την υπόθεση του φαρμακευτικού κολοσσού και των παράνομων πρακτικών που ακολούθησε και στη χώρα μας.

Η εισαγγελέας Ελένη Τουλουπάκη και οι συνεργάτες της Χρήστος Ντζούρας και Στέλιος Μανώλης, έτσι κι αλλιώς, συνεχίζουν να ερευνούν και για τους πολιτικούς σχετικά με την κατηγορία για ξέπλυμα «μαύρου» χρήματος, η οποία ανήκει στην αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης και για πολιτικά πρόσωπα και δεν υπάγεται στα αδικήματα που περιλαμβάνονται στον νόμο περί ευθύνης υπουργών. Η Εισαγγελία Διαφθοράς, που σήκωσε το βάρος των καταθέσεων των τριών προστατευόμενων μαρτύρων δεχόμενη βολές για τους χειρισμούς της, έχει στρέψει από καιρό τις έρευνες, σύμφωνα με πληροφορίες, προς πάσαν κατεύθυνση.

Οι σύμβουλοι υπουργών

Ειδικότερα, πέραν του τεράστιου δικτύου γιατρών που αποτελούσαν, όπως όλα δείχνουν, την κρίσιμη μάζα για τις παράνομες πρακτικές της Novartis, από την Εισαγγελία Διαφθοράς ερευνώνται κρατικοί αξιωματούχοι, γενικοί γραμματείς υπουργείων, σύμβουλοι και συνεργάτες υπουργών, εταιρείες παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και επικοινωνίας, μέλη των κατά καιρούς επιτροπών που διαμόρφωναν τις τιμές των φαρμάκων και ένα ευρύ δίκτυο ανθρώπων που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μετείχαν στις αθέμιτες πρακτικές της πολυεθνικής φαρμακευτικής εταιρείας που ελέγχεται σε πολλές χώρες του κόσμου.

Στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων ερευνών, από τις οποίες προσδοκάται ότι μπορεί να προκύψουν στοιχεία και για πολιτικούς, τα αιτήματα δικαστικής συνδρομής προς τις ΗΠΑ για παροχή πληροφοριών και προς Ελβετία και Κύπρο για άνοιγμα λογαριασμών αποτελούν προτεραιότητες των εισαγγελικών ερευνών. Ο εντοπισμός άλλωστε, από την εποχή που τις έρευνες είχε αναλάβει η εισαγγελέας Ελένη Ράικου, βασικού λογαριασμού της Novartis στην Ελβετία και στην τράπεζα UBS είχε προκαλέσει, από τότε, αίτημα για το άνοιγμά του, διαδικασία η οποία έως σήμερα δεν έχει προχωρήσει από τις ελβετικές αρχές, οι οποίες είναι φειδωλές γενικά στην ικανοποίηση παρόμοιων αιτημάτων, πολλώ δε μάλλον στην προκειμένη περίπτωση, όπου η ελεγχόμενη πολυεθνική είναι και ελβετικών συμφερόντων.

Σε ό,τι αφορά τις παράλληλες έρευνες που διενεργούν οι αμερικανικές αρχές, οι οποίες έχουν θέσει στο στόχαστρο τις παράνομες πρακτικές της Novartis, οι ελληνικές εισαγγελικές αρχές βρίσκονται σε στενή συνεργασία και προσδοκούν αποτελέσματα από την ανταλλαγή στοιχείων, ωστόσο οι δικαστικές πηγές διευκρίνιζαν –και πάλι– ότι προς το παρόν στοιχεία χρηματισμού Eλλήνων πολιτικών δεν έχουν σταλεί στη χώρα μας από αμερικανικής πλευράς.

Με τα μέχρι τώρα δεδομένα των ερευνών που βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, επιβαρυντικά στοιχεία έχουν προκύψει για μεγάλο αριθμό γιατρών που μετείχαν στο δίκτυο παράνομων πρακτικών της Novartis, με την αποκάλυψη από τις έρευνες των εισαγγελέων ότι έως και το 2017 γιατροί συνέχιζαν να «συνεργάζονται» με την πολυεθνική, ενόσω οι έρευνες είχαν ξεκινήσει και στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες. Η επέκταση των παράνομων πρακτικών της Novartis τόσο το 2016 όσο και το 2017, άλλωστε, επισημαίνεται και στο πληροφοριακό δελτίο του FBI που περιελήφθη στη δικογραφία η οποία έφθασε στη Βουλή.

Η κατάθεση Σαλμά

Σε ό,τι αφορά τον ρόλο και τις πληροφορίες που παρέδωσε στο πλαίσιο των ερευνών των Αμερικανών ο Μάριος Σαλμάς –είναι ανάμεσα στους δέκα που αναφέρουν οι τρεις προστατευόμενοι μάρτυρες για χρηματισμό–, δικαστικές πηγές με γνώση του φακέλου διευκρινίζουν ότι ο βουλευτής της Ν.Δ. έχει καταθέσει και στην ελληνική Δικαιοσύνη, κληθείς πριν από έναν και πλέον χρόνο από την τότε επικεφαλής της Εισαγγελίας Διαφθοράς Ελένη Ράικου.

Η κατάθεση Σαλμά, που περιλαμβάνεται ήδη στη δικογραφία την οποία έχουν στα χέρια τους οι εισαγγελείς Διαφθοράς, εκτιμάται ως διαφωτιστική για τις πρακτικές που ακολούθησε η Novartis αλλά και άλλες φαρμακευτικές στη χώρα μας τα προηγούμενα χρόνια, δεν περιλαμβάνει όμως, σύμφωνα με πληροφορίες, καταγγελίες ή υπόνοιες για χρηματισμό πολιτικών προσώπων.

Το «αμελλητί»

«Αν υπήρχαν άλλα στοιχεία για πολιτικούς, θα είχαν αποσταλεί στη Βουλή, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα για την αμελλητί διαβίβασή τους από τις δικαστικές αρχές, οι οποίες δεν έχουν δικαίωμα να ερευνούν για πολιτικούς και υποχρεούνται ό,τι βρίσκουν να το διαβιβάζουν», δήλωσε δικαστική πηγή στην «Κ». Αλλωστε, η συνταγματική λογική του αμελλητί, δηλαδή της διαβίβασης στη Βουλή οποιασδήποτε αναφοράς σε πολιτικό χωρίς καμία έρευνα ή αξιολόγηση από δικαστικής πλευράς, αποδεικνύεται και στην υπόθεση της Novartis, μια από τις πλέον επικίνδυνες πρωτοτυπίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος με συνέπειες που μπορεί να οδηγήσουν σε διχαστικές πρακτικές και σε σπίλωση προσώπων χωρίς στοιχεία και τεκμηριώσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ