ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Κακή τράπεζα» για τα κόκκινα δάνεια προτείνει η Τράπεζα της Ελλάδος

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τη δημιουργία μιας «κακής τράπεζας» (bad bank) που θα αναλάβει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών, επανέφερε χθες ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, κατά την ομιλία του στη γενική συνέλευση των μετόχων της τράπεζας.

Ο κεντρικός τραπεζίτης συνέδεσε το θέμα με σχετικές κατευθύνσεις που έχουν δοθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σημειώνοντας ότι «θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο μεταβίβασης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε έναν ή περισσότερους κεντρικούς φορείς, που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν για τον σκοπό αυτό». Πρόκειται για την πρώτη φορά που η ΤτΕ τοποθετείται με τον πιο επίσημο τρόπο για την ανάγκη δημιουργίας κακής τράπεζας και σύμφωνα με πληροφορίες η ανησυχία συνδέεται κυρίως με την εξέλιξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων μετά το 2019. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην έκθεση του διοικητή, που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα, διατυπώνεται ο φόβος ότι στα τέλη του επόμενου χρόνου μπορεί να υπάρξει απόκλιση 9 δισ. ευρώ σε σχέση με τους επιχειρησιακούς στόχους που έχουν θέσει οι τράπεζες.

Ο στόχος για το ύψος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τέλος του 2019 διαμορφώνεται σε 64,6 δισ. ευρώ από 66,4 δισ. ευρώ με βάση τον προηγούμενο στόχο. Η βελτίωση αυτή εκτιμάται ότι θα προέλθει από τις περισσότερες πωλήσεις κόκκινων δανείων, κυρίως στο επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο και σε μικρότερο βαθμό στο καταναλωτικό, καθώς επίσης και μέσω αύξησης των διαγραφών, κυρίως στο χαρτοφυλάκιο λιανικής.

Παρά τους φιλόδοξους στόχους που έχουν θέσει οι τράπεζες, η ΤτΕ παρατηρεί ότι οι θετικές προοπτικές της οικονομίας μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία λιγότερων κόκκινων δανείων την επίμαχη διετία 2018-2019 και με αυτόν τον τρόπο να επιτευχθούν οι στόχοι για μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, αλλά ουσιαστικά το χαρτοφυλάκιο των προβληματικών δανείων να μην έχει μειωθεί ικανοποιητικά.

Σημειώνεται ότι ο αρχικός στόχος για τα νέα κόκκινα δάνεια το 2018 και το 2019 ήταν 18,9 δισ. ευρώ και αναθεωρήθηκε επί τα χείρω στα 20,1 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες παράλληλα με την προσπάθεια μείωσης του χαρτοφυλακίου των δανείων που είναι ήδη κόκκινα, θα πρέπει να καταβάλουν και προσπάθεια για να περιορίσουν τον ρυθμό δημιουργίας νέων κόκκινων δανείων. Η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών μπορεί, σύμφωνα με εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στην έκθεση και οι οποίες προκύπτουν από την ανάλυση βάσει συγκεκριμένου οικονομικού υποδείγματος, να οδηγήσει τις τράπεζες να επαναπαυθούν στις θετικές προβλέψεις για τα μακροοικονομικά μεγέθη και να κωλυσιεργήσουν στην εφαρμογή ενεργητικών μεθόδων διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Ενα τέτοιο ενδεχόμενο θα θέσει σε κίνδυνο την επιτυχή υλοποίηση του σχεδίου μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η επίτευξη του οποίου είναι κεφαλαιώδους σημασίας για το αύριο του τραπεζικού τομέα και της ελληνικής οικονομίας.

Δεδομένου ότι η Πολιτεία έχει προχωρήσει στην άρση πληθώρας θεσμικών εμποδίων που δυσχέραιναν στο παρελθόν την αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, οι τράπεζες επιβάλλεται να εντείνουν τις προσπάθειές τους στην κατεύθυνση πιο ενεργού και αποτελεσματικής διαχείρισής τους μέσω της παροχής στοχευόμενων λύσεων αναδιάρθρωσης δανείων, λαμβάνοντας υπόψη και την πραγματική ικανότητα αποπληρωμής από πλευράς των δανειοληπτών, καταλήγει στην έκθεση ο διοικητής της ΤτΕ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ