ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι από τις σταθερές μας ευχές σε αγαπημένους: «πολλά ταξίδια», «μια ζωή περιπέτεια». Και από τους μύχιους πόθους ημών των ιδίων: να τα βροντήξουμε και όπου μας βγάλει. Ο Ακης και η Βούλα παίρνουν την αφηρημένη αυτή ευχή και την κάνουν ζωή. Σε λίγους μήνες, θα χωρέσουν όλα τα υπάρχοντά τους σε ένα αυτοκινούμενο όχημα, θα στριμωχθούν κι οι ίδιοι μέσα μαζί με τη μικρή τους κόρη και θα βάλουν μπρος για τον γύρο του κόσμου.

Ηταν πριν από δέκα χρόνια (13/9/2008) όταν η «Κ» είχε μιλήσει για πρώτη φορά με το... περιπετειώδες ζευγάρι. Τους είχαμε εντοπίσει στην Κουάλα Λουμπούρ, στα μέσα του πρώτου τους ταξιδιού ανά την υφήλιο. Είχαν αναχωρήσει από την Ελλάδα τον Απρίλιο του ’07 καβάλα σε ένα θηριώδες 4x4 (ευγενική προσφορά εταιρείας) και είχαν επιστρέψει τον Σεπτέμβριο του ’10. Συνολικά διένυσαν πάνω από 170.000 χλμ. διασχίζοντας 67 χώρες και στις πέντε ηπείρους. «Ζούμε μια κανονική ζωή, απλώς στον δρόμο» μας έλεγε τότε ο δημοσιογράφος και φωτογράφος Ακης Τεμπερίδης. «Αντί δηλαδή να μας απασχολεί το φως, νερό, τηλέφωνο, μας απασχολεί το φαγητό, νερό, ύπνος, πετρέλαιο».


Η Βούλα και ο Ακης στο Μπακταπούρ του Νεπάλ, πολύ πριν γίνουν γονείς.

Για τα έξοδά τους εργάζονταν καθ’ οδόν, στέλνοντας ανταποκρίσεις από τα πέρατα του κόσμου σε διάφορα μέσα. Η αναχώρηση για το άγνωστο ήταν από πάντα διακαής πόθος του Τεμπερίδη που είχε ήδη χαράξει μια αξιοσημείωτη πορεία στη δημοσιογραφία, με εξειδίκευση στο αυτοκίνητο (υπήρξε αρχισυντάκτης των «4 Τροχών») και στα ταξίδια.

Για την ακρίβεια, η ιδέα τού είχε σφηνωθεί στο μυαλό από το ’96, όταν φαντάρος είχε γνωρίσει έναν Αργεντινό που έκανε με τη μηχανή του τον γύρο του κόσμου. Αυτή όμως πήρε σάρκα και οστά μόνο όταν γνώρισε τη χορεύτρια και χορογράφο Βούλα Νέτου, εξίσου ανήσυχο πνεύμα. Μαζί έζησαν την απόλυτη περιπέτεια για 1.234 μέρες, είδαν πράγματα που δεν είχαν ούτε ονειρευθεί, κολύμπησαν με καρχαρίες στη Ν. Αφρική, κοιμήθηκαν σε αμμόλοφο της Σαχάρας, πέταξαν με αερόστατο στην Καππαδοκία, βγήκαν με καΐκι στο Αρχιπέλαγος της Μοζαμβίκης και αναρριχήθηκαν στα χιονισμένα βουνά της Βολιβίας, πολέμησαν τις φοβίες τους, γνώρισαν τους εαυτούς τους. Ωσπου επέστρεψαν στην Ελλάδα.


Μαυριτανία, στα βάθη της Σαχάρας.

«Είχαμε γυρίσει με πολύ καλή ψυχολογία, με παιδική καρδιά, αλλά η επιστροφή ήταν οδυνηρή», λέει σήμερα στην «Κ» ο Ακης. Η χώρα ήταν διαφορετική, η αγορά εργασίας πιο αφιλόξενη, η ψυχολογία του κόσμου στα τάρταρα. Για λίγο καιρό έκαναν τους γελωτοποιούς στην παρέα, λέγοντας ιστορίες από τα ταξίδια τους μπας και ανέβει το κέφι. Δεν έπιανε πάντα. Στο μεταξύ και οι ίδιοι ένιωθαν αγρίμια στο κλουβί, η νομαδική ζωή είχε μπει για τα καλά στο πετσί τους. Αντεξαν δεν άντεξαν τρεις μήνες. Αρχές Δεκεμβρίου του ’10 έφυγαν και πάλι για την... Τανζανία. «Αναλάβαμε τη διεύθυνση ενός ξενοδοχείου σαφάρι. Ηταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που παρόλο που το λατρεύω, άλλαξα επάγγελμα. Αλλά δεν γινόταν, στην Ελλάδα ήμασταν σαν χαμένοι». Σκέφτηκαν ότι η εμπειρία στη ζούγκλα θα ήταν μοναδική, θα είχαν ένα εισόδημα και θα μπορούσαν να δουλέψουν και κάποιες ιδέες που είχαν, όπως τη δημιουργία ντοκιμαντέρ. Ηταν Αύγουστος του ’11 στην Τανζανία όταν η Βούλα έμαθε ότι είναι έγκυος.


Η Βούλα με την κόρη τους Αναστασία, σε πρόσφατο σαφάρι στην Τανζανία.

Μετά ενάμιση χρόνο στη χώρα, τα έβαλαν κάτω και αποφάσισαν ότι, με τα νέα δεδομένα, ήταν καλύτερα να φύγουν. Αυτή τη φορά εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία, με την οποία ο Ακης έχει μια μακρινή οικογενειακή σχέση. «Δεν είχα δουλειά, οπότε σκέφτηκα ότι εκεί θα είμαι κοντά στις εταιρείες αυτοκινήτου και θα μπορούσα να βρω μια άκρη. Θα ξεκινούσα να γράφω και πάλι για τους “4 Τροχούς” και να βγάζω θέματα ταξιδιωτικά και να τα πουλάω ως freelancer». Οπως και έγινε. Ο Ακης άρχισε να εργάζεται ως εξωτερικός συνεργάτης σε μεγάλες εταιρείες αυτοκινήτου, κάνοντας μεταφράσεις, αναλαμβάνοντας τα social media κ.λπ., ενώ είχε επανακάμψει και δημοσιογραφικά. Το ’12 γεννήθηκε η Αναστασία.

Οι νομάδες μέσα τους όμως είχαν αρχίσει να ξυπνούν. «Η Βούλα, ως νέα μαμά, ήταν πιο κατασταλαγμένη. Εγώ ποτέ δεν ήμουν ήρεμος. Οταν το παιδί έγινε τριών, αρχίσαμε να σκεφτόμαστε μήπως ξαναβγούμε στον δρόμο. Δεν είναι ότι δεν τα βγάζαμε πέρα, είναι ότι υπήρχε μια στασιμότητα, δεν βλέπαμε εξέλιξη». Το ’16 πήραν την απόφαση. Το ’17 βρήκαν και αγόρασαν το κατάλληλο όχημα, αυτή τη φορά όχι τζιπ, αλλά ένα αυτοκινούμενο, πολύ πιο αργό, κατάλληλο όμως για οικογένεια με παιδί. «Θα κάνουμε τον γύρο του κόσμου με 60 χλμ./ώρα» γελάει ο Ακης. «Δεν πειράζει όμως. Δεν βιαζόμαστε».

Το ντοκιμαντέρ

Σήμερα βρίσκονται στη φάση της οργάνωσης. «Και πάλι θα ζούμε από τις συνεργασίες που θα διατηρήσουμε. Ακόμα και στη Μογγολία να βρισκόμαστε, θα μπορώ να φρενάρω για έναν μήνα, να δουλεύω σκληρά και να έχω αποτέλεσμα». Το όνειρό τους παραμένει το ίδιο, να μαζέψουν υλικό για ένα ντοκιμαντέρ: μεγαλώνοντας ένα παιδί στον δρόμο. «Ο μοχλός του πρότζεκτ είναι το παιδί. Να προσέξουμε το πώς μεγαλώνει, πώς γίνεται ένας ωραίος άνθρωπος».

Η Αναστασία γίνεται σε λίγο καιρό έξι ετών. Φέτος ολοκληρώνει το νηπιαγωγείο, που στην Ιταλία διαρκεί τρία χρόνια και κανονικά ξεκινά από τον Σεπτέμβριο την Α΄ Δημοτικού. Ηδη οι γονείς της υπέβαλαν αίτηση στη διεύθυνση πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης της Ιταλίας για να επιτραπεί στο παιδί το homeschooling, η εκπαίδευση κατ’ οίκον, η οποία έγινε αποδεκτή. Ταυτόχρονα έχουν βρει και ένα ιδιωτικό αμερικανικό σχολείο, που παρέχει διαδικτυακή εκπαίδευση με κόστος 4.000 δολ. τον χρόνο. «Είναι μια λύση, αλλά το κόστος είναι δυσβάσταχτο για εμάς και επιπλέον θα πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι για πέντε ημέρες την εβδομάδα και εννέα μήνες τον χρόνο θα πρέπει να έχουμε πρόσβαση στο Ιντερνετ».


Η Βούλα Νέτου σε σχολείο στο Μπουρούντι. Το πρώτο τους ταξίδι με τον Ακη Τεμπερίδη διήρκεσε 1.234 μέρες!

Αυτό όμως που ο Ακης και η Βούλα επιθυμούν είναι το παιδί να φοιτήσει στο ελληνικό σχολείο, έστω κι αν βρίσκεται στην άλλη άκρη του κόσμου. Στην Ελλάδα, όμως, ο νόμος δεν προβλέπει την εκπαίδευση εξ αποστάσεως ή κατ’ οίκον. Ηδη, έχουν στείλει επιστολή στον υπουργό Παιδείας με την οποία ζητούν να μεριμνήσει ώστε με νομοθετική ρύθμιση να επιτραπεί η ένταξη της κόρης τους στο ελληνικό σχολείο. «Ο στόχος μας είναι το ταξίδι αυτό να είναι το καλύτερο σχολείο για το παιδί μας, ένα καθημερινό μάθημα γεωγραφίας, ιστορίας, τέχνης, ξένων γλωσσών, ανθρωπολογίας, βιολογίας, προστασίας του περιβάλλοντος και όχι μόνο. Θέλουμε, όμως, να λάβει ελληνική παιδεία και, προπαντός, να αισθάνεται μέλος της ελληνικής κοινότητας. Να έχει δάσκαλο ή δασκάλα Ελληνίδα και φίλους, συμμαθητές, εδώ, στη χώρα καταγωγής της».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ