ΕΛΛΑΔΑ

Στην Ταϊλάνδη ένα κομμάτι της Ελλάδας

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΟΥ

Το «καταφύγιο» του Κώστα Δουρίδα, όπου ζει με την οικογένειά του – τη σύζυγό του Πλατ και τα δύο παιδιά τους.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οτι δεν έγινε αισθητό το «αγκαθάκι της ζήλιας» θα ήταν ψέμα. Με αφετηρία ζωής τη Νέα Ιωνία και ρίζες στη Γορτυνία αλλά και στην Καππαδοκία, ο 47χρονος Κώστας Δουρίδας, αφού περιπλανήθηκε στον κόσμο αναδιφώντας κουλτούρες, κουζίνες και ανθρώπους, επέλεξε την Ταϊλάνδη. Το ανήσυχο πνεύμα του βρήκε καταφύγιο στη μέση μιας γαλήνιας «ζούγκλας», όπου ζει με την οικογένειά του και μαγειρεύει με βάση τα μυστικά της μακροβιοτικής διατροφής, ανακατεύοντας στο τσουκάλι του γεύσεις από κάθε γωνιά της γης – της Ελλάδας, που κουβαλά πάντα μαζί του, συμπεριλαμβανομένης.

«Η πορεία μου καθορίστηκε από την εξωστρέφεια και την αγάπη μου για τα ταξίδια, τη μαγειρική και τη μουσική», περιγράφει ο ίδιος τη διαδρομή του: «Αρχισα να ταξιδεύω στην Ασία από το 1993, όταν είχα δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά στον χώρο της ένδυσης. Ταξίδεψα σε Ινδονησία, Ταϊλάνδη, Νεπάλ, Κίνα, Μαλαισία, Ν. Κορέα, Καμπότζη, Βιετνάμ αλλά και Ευρώπη. Σε κάθε χώρα δοκίμαζα τις κουζίνες τους, μάθαινα τα υλικά και τα πιάτα τους, εστιάζοντας στη χορτοφαγική κουζίνα. Από το 1997 ουσιαστικά ζούσα στην Ασία ενώ στην Ελλάδα επέστρεφα για δύο μήνες το χρόνο. Λίγο αργότερα εγκαταστάθηκα στο Μπαλί. Μαθήτευσα επί πέντε χρόνια κοντά στον Βραζιλιάνο σεφ Ιβάν Πέδρο Χούλιο Σίφερ, τον δάσκαλό μου στη μακροβιοτική κουζίνα, ενώ συνέχισα να ταξιδεύω πειραματιζόμενος με συνδυασμούς και γεύσεις.

Το 2010 ανοίξαμε μαζί με τον Ιβάν και τον φίλο μου, Χρήστο Κάτσιο, το πρώτο μαγαζί στην Ταϊλάνδη, στο Κο Παγκάν, και λίγο αργότερα το δεύτερο, στο Κο Σαμούι. Εμπορευόμασταν μακροβιοτικά προϊόντα και διατηρούσαμε ένα εστιατόριο με το ίδιο αντικείμενο. Δύο χρόνια αργότερα γνώρισα την Ταϊλανδή σύζυγό μου, την Πλα, με την οποία απέκτησα δύο παιδιά. Είμαστε πλέον εγκατεστημένοι στο Πουκέτ, στη Νάιχαρν, μία από τις πιο όμορφες και παραδόξως από τις λιγότερο επιβαρυμένες τουριστικά περιοχές του Πουκέτ».

Με ποιο τρόπο βιοπορίζονται; «Συνεχίζουμε το εμπόριο μακροβιοτικών προϊόντων με εισαγωγές απ’ όλο τον κόσμο: από Περού μέχρι Ιαπωνία και φυσικά από Ελλάδα. Στο μαγαζί μας βρίσκει κανείς σπόρους, άλευρα, όσπρια, αποξηραμένα φρούτα και ρίζες, ξηρούς καρπούς, ρύζι, σουσαμέλαιο, σόγια, καφέδες, τσάι, αιθέρια έλαια, καλλυντικά και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Συνεργάζομαι με Ελληνες παραγωγούς, όπως την εταιρεία EYGE για ελαιόλαδο και ελιές υψηλής ποιότητας, τον Αλέξανδρο Λυμπερόπουλο για αμύγδαλα και κάθε λογής βότανα, την εταιρεία ΒΙΟ-ΥΓΕΙΑ για την πληθώρα βιολογικών προϊόντων, τη HEALTH TRADE για τις υπερτροφές». Εκτός των εκλεκτών γεύσεων όμως, στον ίδιο χώρο λειτουργεί εστιατόριο, πραγματοποιούνται μαθήματα μαγειρικής, σεμινάρια διατροφής, ενώ παρέχονται και υπηρεσίες ευεξίας όπως γιόγκα ή τάι τσι. «Αλλωστε, κοινός παρονομαστής των πελατών μας, που προέρχονται από κάθε μέρος της γης, είναι η επιλογή τους για έναν υγιεινό τρόπο ζωής με μακροβιοτική διατροφή, γυμναστική, γιόγκα, ολιστικές θεραπείες».

Οι επιρροές της καταγωγής του δεν θα μπορούσαν παρά να υπάρχουν στη δουλειά του: «Η Ελλάδα φυσικά είναι παρούσα στην κουζίνα μου. Πολλά από τα προϊόντα που χρησιμοποιώ έρχονται από την πατρίδα – το λάδι και οι ελιές, τα όσπρια, οι ξηροί καρποί, οι λιαστές ντομάτες, το μέλι, τα οποία συνδυάζω με υλικά και τεχνικές από την Ασία, τη Ν. Αμερική. Στην πραγματικότητα, δημιουργώ μια μείξη μεσογειακής και ασιατικής κουζίνας. Φτιάχνω, για παράδειγμα, μουσακά με κολοκύθα χοκάιντο, κολοκυθάκι, κιμά σόγιας και περουβιανές πατάτες με μπεσαμέλ από φαγόπυρο κι αμύγδαλα – εγγυημένη νοστιμιά. Σαλάτα με αγκινάρες και σύκα, σος από λάδι σουσαμιού και λιναρόσπορου, ελαιόλαδο, ταχίνι, μίσο και λεμόνι. Φακές, ροβίτσα, φασόλια αζούκι, με πιπερόριζα, σάλτσα σύκου και σταφίδας, λιαστή ντομάτα και ελαιόλαδο».

Χωρίς δυσκολία

Ο Ελληνας σεφ δεν δυσκολεύτηκε να ενσωματωθεί στην τοπική κοινωνία, αφού επέδειξε τον απαραίτητο σεβασμό στις ιδιότητες και στους ρυθμούς των ντόπιων – «το ελληνικό ταμπεραμέντο θα βρεθεί στο περιθώριο αν θελήσει να παραβιάσει αυτούς τους ρυθμούς», αναφέρει χαρακτηριστικά. Οσο για τη σύγκριση μεταξύ των δύο χωρών; «Και οι δύο είναι απίστευτα όμορφες και ταυτόχρονα εντελώς διαφορετικές. Στην Ταϊλάνδη με γοήτευσε κυρίως η ηρεμία και η ευγένεια των ανθρώπων, ο σεβασμός του ενός στον άλλο σε κάθε στιγμή της καθημερινότητάς τους. Η σχέση μου με τη χώρα αναμφισβήτητα ενισχύεται από το ότι έχω αποκτήσει πλέον και οικογενειακούς δεσμούς. Το προφανές κοινό μεταξύ Ελλήνων και Ταϊλανδών είναι το φαγητό: αμφότεροι βρίσκουν μεγάλη απόλαυση στο φαγητό».

Πώς παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα; «Ακούω και διαβάζω αυτά που λέγονται και γράφονται. Το καλοκαίρι που έρχομαι είναι πάντα όλα πιο χαλαρά, άρα η εικόνα που αποκομίζω είναι μάλλον παραπλανητική. Λίγο προτού ξεκινήσω τις περιπλανήσεις μου τη δεκαετία του ’90, θυμάμαι τον απόηχο ενός άλλου σκανδάλου, συλλαλητήρια για το Σκοπιανό και την πρώτη κρίση στα Ιμια λίγο μετά. Κύκλους κάνουμε, μου φαίνεται».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ