Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η χαμένη γενιά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

 (Στον Μπάμπη Παπαδημητρίου)

Σ​​τις 22 Μαρτίου συμπληρώθηκαν πενήντα χρόνια από την ημέρα που ξέσπασε η πρώτη αναταραχή στους κοιτώνες του Πανεπιστημίου των Παρισίων Χ, γνωστού και ως Nanterre. Επικεφαλής ήταν ένας Γερμανός φοιτητής ονόματι Ντανιέλ Κον Μπεντίντ. Σε λιγότερο από δύο μήνες η αναταραχή μεταμορφώθηκε σε εξέγερση, γνωστή στην Ιστορία ως Μάης του ’68. Τη Nanterre τη γνώρισα έξι χρόνια αργότερα ως πρωτοετής στη Συγκριτική Λογοτεχνία. Ηταν ένα αυστηρά οργανωμένο πανεπιστήμιο, το οποίο όμως, στη διδακτέα ύλη, είχε αφομοιώσει το πνεύμα του Μάη. Δεν μπορούσες να ανοίξεις το στόμα σου χωρίς να αναφερθείς στα τελευταία επιτεύγματα της σημειολογίας, αν δεν δήλωνες ότι σου αρέσει ο Σολέρς και ο Λακάν, κι αν δεν είχες διαβάσει το τελευταίο έργο του Μπαρτ. Το δεκατιανό περιελάμβανε Σαρτρ, και τέσσερα χρόνια εκεί δεν μιλήσαμε μία φορά για τον Καμύ και τον Μαλρό – και οι δύο εξόριστοι την εποχή εκείνη. Ευτυχώς για τη γαλλομάθειά μου και την προσαρμογή μου, δεν είχα Ελληνες συμφοιτητές. Ο μόνος Ελληνας που συναντούσα σπούδαζε Οικονομικά και λεγόταν Μπάμπης Παπαδημητρίου – ναι, αυτός που ξέρετε. Τότε τσακωνόμασταν για διάφορα θέματα κομμουνιστικού ενδιαφέροντος. Του αφιερώνω το παρόν για τη γενιά μου, τη γενιά μας.

Είμαστε κατά τι νεότεροι από τους πρωταγωνιστές του Μάη του ’68, πλην όμως ανήκουμε στη μείζονα περιφέρειά του. Ανήκουμε στη «γενιά του Πολυτεχνείου», που πολλοί εξ ημών θα ήθελαν να είναι η ελληνική μετάφραση του Μάη, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Απλώς, βρε Μπάμπη, τώρα που γιορτάζουμε τα πεντηκοστά γενέθλια από κτίσεως του δικού μας κόσμου –και σου εύχομαι να τα εκατοστίσεις–, σκέφτηκα να κάνω έναν σύντομο απολογισμό, έτσι για ένα μικρό ξενύχτι καλοκαιρινό. Αναμνήσεις και αυτοκριτική, δίαιτα συνιστώμενη στις προκεχωρημένες ηλικίες, μακριά από μας.

Αφήνω κατά μέρος την πολιτική και πάω στην ουσία. Ομως είναι δυνατόν να μιλήσω για τη γενιά μου χωρίς να μιλήσω για την πολιτική; Οχι, Μπάμπη μου. Η γενιά μας είναι η πρώτη που έφερε το ταγάρι και το μπλουτζίν στον κόσμο της πολιτικής, εκεί που κάποτε κυριαρχούσαν οι φαιές δυνάμεις των κοστουμιών και της καθαρευούσης. Αχ, ρε Μπάμπη. Βάλαμε μπλουτζίν χωρίς να μας πηγαίνουν μέσα με τον νόμο 4000 και μιλήσαμε δημοτική. Δεν είχαμε πολλά να πούμε, αλλά νέοι ήμασταν, και το ουσιώδες είναι ότι μιλούσαμε δημοτική, φορούσαμε μπλουτζίν και είχαμε τέτοιο θάρρος, που με μία μόνον κίνηση γκρεμίζαμε τους φράχτες της κοινωνικής καταπίεσης. Εμείς καταργήσαμε την υποχρέωση να παραχωρείς τη θέση σου στο λεωφορείο στον γηραιότερο, μια συνήθεια που καταπίεζε την ανθρωπότητα από αρχαιοτάτων χρόνων. Εμείς, ναι, ναι, καταργήσαμε την αβρότητα στη σχέση ανδρών και γυναικών, εμείς ανοίξαμε τον δρόμο για την οριστική κατάργηση των ανδρών και των γυναικών. Ασχετο αν τα παλιόπαιδα δεν μας το αναγνωρίζουν. Αχ, ρε Μπάμπη, εμείς δεν καρατομήσαμε τις δυναστείες τού «να σας συστήσω», «καλά ευχαριστώ, εσείς;», «χαίρω πολύ» –«αμ εγώ να δεις», έλεγε ο Ψυχάρης για να αποφύγει το καθαρευουσιάνικο «επίσης»– ή εκείνο το αποτρόπαιο «καλημέρα» που ξεφεύγει από το έρκος τριζόντων εν τη υποκρισία τους οδόντων. «Τι θέλεις από τη ζωή μου και μου λες καλημέρα, φίλε;». Ανάμεσά μας δεν υπάρχει ούτε ένας κύριος. Ολοι είναι φίλοι.

Εχεις δίκιο, Μπάμπη. Με τα χρόνια αλλάξαμε, φορέσαμε κοστούμι, ανοίξαμε διαφημιστικές εταιρείες, βουτήξαμε στα βαθιά του Χρηματιστηρίου, αλλά το χούι είναι χούι. Πώς να ξεχάσεις, Μπάμπη, ότι είμαστε η πρώτη ελληνική γενιά που ούτε πόλεμο πέρασε ούτε εμφύλιο και όταν βγήκε στη σκηνή όλοι οι υπόλοιποι υποκλίθηκαν; Εδώ οι γάτες μου, ο Φοίβος, η Εσμεράλδα κι η Σουζάνα, θυμούνται ακόμη ότι οι Αιγύπτιοι τους λάτρευαν ως θεούς.

Και μη μου πεις τώρα ότι τα είχαμε όλα χωρίς να κάνουμε τίποτε για να τα αποκτήσουμε και ως εκ τούτου τα χάσαμε όλα. Κοινώς δεν καταλάβαμε ούτε πώς τα πήραμε στα χέρια μας ούτε πώς γλίστρησαν σαν κόκκοι άμμου και τώρα έρχονται οι θρασύτατοι και μας αποκαλούν «άχρηστη γενιά», γιατί, λέει, δεν προσθέσαμε τίποτε στην αριθμητική του τόπου.

Μπάμπη, απευθύνομαι στον ορθολογισμό σου, αυτόν που μου λείπει πολλές φορές. Και με βασάνιζε στο θλιβερό προάστιο των Παρισίων, όταν πίναμε το νεροζούμι από τη μηχανή της καφετέριας. Ανήκω σε άχρηστη γενιά ή έχω ακόμη κάποια ελπίδα;

Θα επανέλθω εννοείται, μην ανησυχείτε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ