Μπάμπης Παπαδημητρίου ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Αντιμέτωπη με τους εφιάλτες της η κυβέρνηση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ξαφνικά, η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με τους εφιάλτες της: την 4η αξιολόγηση, την καθαρή έξοδο, τι θα συμβεί μετά το μνημόνιο, τη λύση για το χρέος, την επιστροφή στις αγορές, το ΔΝΤ, τη Λαγκάρντ, τα φαντάσματα του Σόιμπλε, τον σύντροφο Φίλη και, το χειρότερο: τον χρόνο των εκλογών. Αν δεν υπήρχε ο Ερντογάν, ακόμη και το αδιέξοδο των Σκοπίων δεν θα μπορούσε να καλύψει τον ακανθώδη κι επικίνδυνο δρόμο που έχει επιλέξει η κυβέρνηση από τότε που φάνηκε στον ορίζοντα η ημερολογιακώς κλειδωμένη έξοδος από το τρίτο «συριζαϊκό» μνημόνιο.

Ηταν Τετάρτη πρωί, όταν στην Αθήνα μαθαίναμε, από τις ανταποκρίσεις της «Ντόιτσε Βέλε», τις πληροφορίες δύο καλά ενημερωμένων συντακτών τής «Ζιντόιτσε Τσάιτουνγκ» του Μονάχου. Ο χρόνος μέχρι τη λήξη του τρίτου μνημονίου, ίσως, δεν επαρκεί. Η ελληνική κυβέρνηση δεν καταφέρνει να κλείσει τα ανοικτά θέματα: προαπαιτούμενα, διαρθρωτικές ρυθμίσεις και «αναπτυξιακό» πρόγραμμα. Οι Γερμανοί δεν προλαβαίνουν να συμφωνήσουν μεταξύ τους για τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους: έχουν και τις εκλογές στη Βαυαρία, κρίσιμες για την κ. Μέρκελ (είχε πάρει 48% το 2013) αλλά και για τον κ. Σολτς (το SPD είχε κρατήσει 21%). Το Ταμείο έχει ήδη καθυστερήσει τρεις μήνες την είσοδό του στο ελληνικό πρόγραμμα, αν και αποδέχθηκε ότι η κυβέρνηση θα επιτύχει πλεονάσματα κοντά στο 3%, αν όμως δεν άρει τον χαρακτηρισμό «μη βιώσιμο» που επικρέμαται μετά τις καταστροφικές αποφάσεις του διδύμου Τσίπρα -Βαρουφάκη πριν από το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, οι αγορές θα μας... γδάρουν! Τέλος, ο κ. Μακρόν δεν κατορθώνει να περάσει από το Βερολίνο ούτε την ιδέα για έναν Ευρωπαίο υπουργό Οικονομικών (όνειρο με το οποίο κοιμάται ο κ. Μοσκοβισί), ούτε τη μετατροπή του Μηχανισμού Σταθερότητας σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, όπως ήδη αποκάλυψε ο κ. Σολτς και θα εξηγήσει η κ. Μέρκελ στον Γάλλο πρόεδρο.

Αν δεν είχε καταναλώσει τον χρόνο μας σε άσκοπες –αλλά κομματικώς χρήσιμες– καθυστερήσεις, με τις μνημονιακές αξιολογήσεις να διαρκούν τριπλάσιο χρόνο από τον προβλεπόμενο, ο κ. Τσίπρας θα ήταν στην ευτυχή για όλους μας θέση να μιλά τις προάλλες στο Καστελλόριζο ως η χώρα να έχει ήδη αφήσει πίσω της τα μνημόνια. Οπως ακριβώς το είχαν επιτύχει, στον καιρό τους, και η Πορτογαλία και η Ιρλανδία.

Δυστυχώς, η ομάδα που κυβερνά, εδώ και πολλές εβδομάδες περιγράφει με ασυγκράτητη μεγαλοστομία όσα «φοβερά και τρομερά» σκοπεύει να πράξει μόλις θέσει η τρόικα τη σφραγίδα «Καθαρή Εξοδος» επί του τεθνεώτος μνημονίου. Με αποτέλεσμα, να ξυπνήσει στις μεγάλες πρωτεύουσες τον βρικόλακα της αναξιοπιστίας που βαραίνει την ελληνική πολιτική τάξη για τους χειρισμούς της μετά το 2009. Ακόμη και στις Βρυξέλλες, που είχαν αγκαλιάσει τον κ. Τσίπρα με την ελπίδα ότι θα συμπεριλάβουν την Ελλάδα στις μεγάλες επιτυχίες της περιόδου Γιούνκερ κατά τον απολογισμό για τις Ευρωεκλογές 2019, διαπιστώνουν ότι η κατάσταση στην Αθήνα δεν διασφαλίζει την ελάχιστη σοβαρότητα που απαιτούν οι δύσκολοι χειρισμοί για την Ελλάδα. Ο κ. Τσίπρας βιάστηκε να αποκαλύψει ότι σκοπεύει να χειριστεί με τον πλέον λαϊκίστικο τρόπο τη δυναμική και τα περιθώρια που σταδιακά αποκτά η οικονομία. Προκάλεσε, όπως ήταν επόμενο, τη δυσθυμία Μητσοτάκη, που δεν δίστασε να προειδοποιήσει τους Ευρωπαίους «φίλους» ότι υπάρχουν όρια στην ανάμειξή τους στα ελληνικά πολιτικά πράγματα.

Πρακτικώς, οι εξελίξεις αυτές θα αφαιρέσουν από τα χέρια του κ. Τσίπρα το «όπλο» των πρόωρων εκλογών τον Νοέμβριο. Στο σενάριο αυτό κατατείνουν όλες οι «εξαγγελίες» της κ. Αχτσιόγλου, που θα όριζε νέα κατώτατη αμοιβή και δεν θα εφήρμοζε τη ρύθμιση Κατρούγκαλου για τον επανυπολογισμό των παλαιών συντάξεων, ενώ θα σκόρπιζε το υπερπλεόνασμα 2018 σε στοχευμένες παροχές προς εκλογικώς «ευαίσθητες» πληθυσμιακές ομάδες.

Μια τεχνική επέκταση του μνημονιακού πλαισίου μπορεί να γίνει πολύ απλά: το μεν μνημόνιο, επειδή αποτελεί νόμο του Κοινοβουλίου, θα εκπνεύσει στην ώρα του, ενώ η δανειακή σύμβαση θα κλείσει λίγο αργότερα (τέλη του 2018;) ώστε να διευθετηθεί το εναπομείναν ποσό, να κλείσει ο μηχανισμός του χρέους και να συμφωνηθεί το πλαίσιο ελέγχων που θα συνεχίσουν να κάνουν οι πιστωτές. Τελικώς, ισχύει ότι στην Ευρώπη οι συζητήσεις είναι πάντοτε ανοικτές μέχρις ότου μιλήσει η... Γερμανία!

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ