ΒΙΒΛΙΟ

«Πρόβλημα η γλώσσα του πεσιμισμού»

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Ο Ιαν Μακ Γιούαν είναι γνωστός για την εκτεταμένη έρευνα που κάνει γύρω από τα μυθιστορήματά του. Το ενδιαφέρον του για την επιστημονική προσέγγιση του κόσμου «είναι σε κάθε πρόταση που γράφω», λέει στην «Κ».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

To πρόβλημα έχει ως εξής: ένας πλανόδιος πωλητής πρέπει να ταξιδέψει σε μια σειρά από διαφορετικές πόλεις από τις οποίες δεν μπορεί να περάσει παρά μόνο μία φορά. Ποια είναι λοιπόν η βέλτιστη διαδρομή ώστε να γυρίσει πίσω στην πόλη-αφετηρία στον συντομότερο χρόνο;

Με το «Πρόβλημα του πλανόδιου πωλητή» έρχονται αντιμέτωποι οι μαθηματικοί από το 1930 και σήμερα παραμένει ένα από τα άλυτα προβλήματα της επιστήμης των υπολογιστών που απασχολεί τις μεταφορές, την κατασκευή μικροτσίπ, τη γενετική – αλλά και τον Βρετανό συγγραφέα Ιαν Μακ Γιούαν. Βρίσκει τα μαθηματικά της επιστήμης των υπολογιστών αρκετά ενδιαφέροντα, μας λέει καθισμένος αναπαυτικά με τη συρτή φωνή του, και η σκέψη του μπαίνει σε δαιδαλώδη, για μένα τουλάχιστον, μονοπάτια των πολυώνυμων, των μεταβλητών, του προβλήματος «p versus np» με το οποίο πάλευε και ο Τζον Νας. Η λύση ενός τέτοιου προβλήματος, προσθέτει, θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου, θα σήμαινε το τέλος του τραπεζικού συστήματος και γενικά θα ήταν κάτι που θα προκαλούσε «μεγάλη αποδιοργάνωση», και που έχει συμπεριλάβει με έναν τρόπο στο νέο μυθιστόρημα που γράφει το οποίο έχει στοιχεία του «μη πραγματικού».

Τίποτε από τα παραπάνω, ωστόσο, δεν αποτελεί δύσκολη εξίσωση για τον Ιαν Μακ Γιούαν. Ο διακεκριμένος συγγραφέας είναι γνωστός για την εκτεταμένη έρευνα που κάνει γύρω από τα μυθιστορήματά του (το ενδιαφέρον του για την επιστημονική προσέγγιση του κόσμου «είναι σε κάθε πρόταση που γράφω», θα μας πει αργότερα), αν και μέχρι το πρόσφατο βιβλίο του είχε αφήσει το φανταστικό πίσω στα νεανικά του χρόνια. «Ηταν σαν να κάνω “διακοπές”», σημειώνει για τη συγγραφή του «Καρυδότσουφλου» (εκδ. Πατάκη), «από το είδος της συγγραφής που έκανα, μια απελευθέρωση από τον ρεαλισμό. Με γύρισε πίσω στη γραφή μου της περιόδου του ’70, στα όρια της φαντασίας, μια γραφή στην οποία εναντιώθηκα αργότερα και εγκατέλειψα για πολλά χρόνια. Το ενδιαφέρον μου ήταν μετά να αποτυπώσω την κοινωνική, πολιτισμική, ιστορική πραγματικότητα του παρόντος».

Φαντασία και ρεαλισμός

Στις «διακοπές» του, ωστόσο, δεν ξέχασε να πάρει μαζί του θέματα κοινωνικά, ιστορικά ή της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το είδος της φαντασίας που του αρέσει είναι αυτό που αναδεικνύει ο Φραντς Κάφκα στη «Μεταμόρφωση» στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Ο Γκρέγκορ Σάμσα ξυπνάει έπειτα από μια νύχτα ταραγμένου ύπνου για να συνειδητοποιήσει ότι έχει μεταμορφωθεί σε ένα γιγαντιαίο έντομο. «Κοιτάει τα πόδια του που κουνάει στον αέρα και η δεύτερη σκέψη του είναι ότι θα αργήσει στη δουλειά. Λατρεύω αυτή τη μετάβαση από την απόλυτη φαντασία στην μπανάλ πραγματικότητα: ένας άνθρωπος αντί να τρελαθεί από αυτό που του έχει συμβεί σκέφτεται τη δουλειά του. Ο στόχος μου στο “Καρυδότσουφλο” ήταν να περάσω τον αναγνώστη από αυτό το σύνορο, να δεχθεί τη σύμβαση ότι ένα έμβρυο μπορεί να μιλήσει, αλλά και ότι είμαστε σε έναν πραγματικό κόσμο με προβλήματα που δημιουργούνται σε ένα μυθιστόρημα ρεαλισμού», τονίζει.

Στο βιβλίο, ένα έμβρυο 38 εβδομάδων ακούει από την κοιλιά τον επικείμενο φόνο του πατέρα του, από τη μητέρα του και τον εραστή της, ο οποίος είναι και αδελφός του. Ομως, αν και ο αγέννητος ήρωας μαθαίνει τα πάντα, η θέση του δεν του επιτρέπει να δράσει. Αυτοί οι περιορισμοί, μας εξηγεί ο συγγραφέας, μετατράπηκαν γρήγορα σε ελευθερίες και δημιούργησε ένα ανάγνωσμα με πολλές αναφορές στον Σαίξπηρ και ιδιαίτερα στον Αμλετ. Αυτό που λίγοι ίσως γνωρίζουν είναι πως το βιβλίο αποτελεί έναν φόρο τιμής στον Τζον Απντάικ (1932-2009) τον οποίο ο Ιαν Μακ Γιούαν συμπεριλαμβάνει ανάμεσα στους κορυφαίους Αμερικανούς συγγραφείς. Οι δυο τους ανέπτυξαν στενή φιλία και ο Μακ Γιούαν με τη γυναίκα του ήταν για λίγο φιλοξενούμενοί του. «Καθώς το έγραφα σκεφτόμουν ότι αυτό είναι η υπόκλισή μου προς εκείνον, ο αποχαιρετισμός μου. Εύχομαι να το είχε διαβάσει. Μείναμε μαζί του όταν φαινόταν πως είχε ακόμη 10 με 15 χρόνια συγγραφικής ζωής», μας λέει.

Ο Ιαν Μακ Γιούαν τρέφει θαυμασμό για τους Αμερικανούς μεταπολεμικούς συγγραφείς, όπως ο Τζον Απντάικ και ο Φίλιπ Ροθ, και τους θεωρεί εκπροσώπους μιας χρυσής περιόδου της λογοτεχνίας. Το περίεργο ωστόσο με την Αμερική και το «Καρυδότσουφλο» για έναν Ευρωπαίο συγγραφέα ήταν οι ερωτήσεις που δεχόταν, εάν είναι υπέρ ή κατά των εκτρώσεων. Δίνοντας φωνή σε ένα έμβρυο αρκετοί στις ΗΠΑ θεωρούσαν ότι ο Μακ Γιούαν ήταν κατά των εκτρώσεων. «Σε μια συνέντευξη με ρώτησαν εάν είμαι “υπέρ της ζωής” (σ.σ. pro-life, κατά των εκτρώσεων) και τους είπα ότι όλοι οι συγγραφείς είναι υπέρ της ζωής. Ημουν αρκετά διφορούμενος. Ηταν πάντως μια πολιτισμική αλλαγή να με ρωτούν κάτι τέτοιο συνεχώς στην τηλεόραση και τους απαντούσα ότι “ξέρετε, ο αφηγητής μου είναι 38 εβδομάδων, είναι μάλλον αργά για εκτρώσεις”», λέει γελώντας, «αλλά στην Αμερική η θέση σου σε αυτό το ζήτημα είναι σαν ένα κλειδί, λέει στον απέναντί σου τι πιστεύεις για τα όπλα, τον καπιταλισμό, την κοινωνική πρόνοια, τον Τραμπ, όλα έχουν να κάνουν με τις εκτρώσεις».

Ο Ιαν Μακ Γιούαν δεν μάσησε ποτέ τα λόγια του, έστω και αν κατά καιρούς έγιναν αντικείμενο κριτικής, όπως οι απόψεις που εξέφραζε παλαιότερα για τον εξτρεμισμό και το Ισλάμ. «Δεν νομίζω ότι είναι πρόβλημα θρησκείας αλλά ανθρώπινης φύσης. Το είδαμε στον 20ό αιώνα με τον ναζισμό, τον σοβιετικό κομμουνισμό, τον μαοϊσμό, με την αιματηρή ιστορία του χριστιανισμού και τον μεσαίωνα, με μεγάλα και μικρά κινήματα ανθρώπων, που είναι έτοιμοι να σκοτώσουν στο όνομα ενός ιδεατού μέλλοντος. Υπήρχε μια ανησυχία, κυρίως στην Αριστερά, ότι αν καταδικάσεις τον ισλαμισμό καταδικάζεις το Ισλάμ, κάτι που δεν έκανα ποτέ», μας λέει. Προσθέτει δε ότι η βίαιη εκδοχή της ανθρώπινης φύσης θα επανέρχεται συνεχώς με διαφορετικό τρόπο και μορφή μέσα στους αιώνες.

Ο Μακ Γιούαν συγκαταλέγεται στους πολεμίους και «αρνητές» του Brexit, ανησυχεί για την άνοδο του λαϊκισμού, αλλά δεν ξεχνάει, όπως εμφατικά αναφέρει, την πρόοδο που έχει κάνει η ανθρωπότητα. «Το πρόβλημα για πολλούς διανοούμενους είναι ότι μιλούν τη γλώσσα του πεσιμισμού και σίγουρα υπάρχουν πολλά προβλήματα στην πολιτική ή στο περιβάλλον για τα οποία πρέπει να ανησυχούμε. Αλλά αν παραβλέψουμε τις επιτυχίες μας θα χάσουμε κάθε ενδιαφέρον στην ιδέα της προόδου, θα βουλιάξουμε σε μια κατάσταση πεσιμιστικής απραξίας». Τα περισσότερα προβλήματα, λέει ο Μακ Γιούαν, είναι απλά στη βάση τους αλλά είναι οι άνθρωποι και οι μεταξύ τους σχέσεις σε επίπεδο κρατών και χωρών που εμποδίζουν την επίλυσή τους. «Είμαστε πολύ κακοί στο να προβλέπουμε τι έρχεται στο μέλλον και όμως εμείς το φτιάχνουμε. Είμαστε ένα μυστήριο για τους ίδιους μας τους εαυτούς, τόσο ενδιαφέρον για τους μυθιστοριογράφους αλλά τόσο δύσκολο να “διαβαστεί”», τονίζει.

Συναντήσαμε τον Ιαν Μακ Γιούαν μια μέρα μετά τη δημόσια συζήτηση που είχε με τον συγγραφέα και ποιητή Χάρη Βλαβιανό στο Μέγαρο Μουσικής, καλεσμένος των εκδόσεων Πατάκη, στο πλαίσιο της «Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου 2018». Γεννημένος το 1948, γόνος εργατικής οικογένειας με πατέρα στρατιωτικό, έγινε ευρύτερα γνωστός αφότου τιμήθηκε με το βραβείο Μπούκερ το 1998 για το μυθιστόρημά του «Αμστερνταμ» και για τη μεταφορά του βιβλίου του «Εξιλέωση» στον κινηματογράφο. Ωστόσο, δεν του αρέσουν οι ταμπέλες του «τιμημένου με Μπούκερ» ή του «εθνικού συγγραφέα» και ανατριχιάζει στην ιδέα να τον αποκαλούν «εθνικό θησαυρό». «Με αποκαλούσαν έτσι για περίπου έξι μήνες πριν από 15 χρόνια. Χάρηκα πολύ όταν η ταμπέλα μπήκε σε κάποιον άλλον. Ακούγεται σαν να είσαι πολύ μεγάλος για να είσαι χρήσιμος», μας λέει.

Συγγραφικά όρια

Υπάρχει όμως όριο στη «συγγραφική ζωή;» τον ρωτάμε. «Είναι πολύ δύσκολο να το πεις για τον εαυτό σου. Αλλοι θα το κρίνουν για σένα. Ορισμένοι συγγραφείς είναι γενναίοι ή νηφάλιοι, όπως ο Φίλιπ Ροθ, και λένε ότι σταματούν το γράψιμο. Στα 60 σου και τα 70 σου ρισκάρεις με την επανάληψη, με το ενδεχόμενο να μην έχεις τόσο πλούσιες ιδέες και με την έλλειψη φυσικής αντοχής για να γράψεις», μας λέει.

Τον Ιούνιο ο Ιαν Μακ Γιούαν θα γίνει 70 ετών και τον ρωτάμε ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος του. «Να πεθάνω», απαντά αφοπλιστικά, «θα ήθελα να μείνω καμιά εκατοστή χρόνια ακόμη να δω τι θα γίνει, όμως και τότε θα μου προκαλεί θλίψη. Είναι θαύμα που έχουμε συνείδηση και τόσο κρίμα που τη χάνουμε στην αιώνια λήθη. Ολοι το αντιμετωπίζουμε αλλά για τους συγγραφείς γίνεται πάντα θέμα στα βιβλία τους. Είναι πάντα εκεί, οι χαρακτήρες τους μεγαλώνουν, ο χρόνος τελειώνει, είναι κάτι που σε πιέζει», μας λέει.

Το ευχάριστο ωστόσο είναι ότι ο Ιαν Μακ Γιούαν γράφει ακάθεκτος νέο μυθιστόρημα, σε πείσμα των παραινέσεων του συναδέλφου και φίλου του Τζούλιαν Μπαρνς να «το γυρίσει» στις νουβέλες. «Οταν το κάνεις μια ζωή είναι δύσκολο να σταματήσεις, είναι σαν τον αέρα που αναπνέεις. Ισως όμως είναι αναγκαίο να παραδεχτείς ότι μέχρι εδώ ήταν, σταματώ και θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου τακτοποιώντας τις υποθέσεις μου. Υπάρχει κάτι θλιβερό σε αυτή την προοπτική», επισημαίνει.
Από την άλλη, μας λέει, υπάρχουν και οι συγγραφείς που ανακοινώνουν ότι εγκαταλείπουν τα βιβλία και ύστερα από μερικά χρόνια βγάζουν κάτι καινούργιο. Είναι ψεύτες δηλαδή, ρωτάμε περιπαικτικά. «Είναι ψεύτες», απαντάει στον ίδιο τόνο, «αλλά, βλέπετε, μυθιστορήματα γράφουν».

«Γράφω μέχρι να μην μπορώ να γράψω άλλο»

«Να με, λοιπόν, με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω μέσα σε μια γυναίκα». Με αυτή την πρόταση ανοίγει το «Καρυδότσουφλο», που μπήκε στο μυαλό του Ιαν Μακ Γιούαν μια μέρα και αμέσως κατάλαβε ότι αυτό ήταν μια πρόταση για ένα μυθιστόρημα. Επειτα έψαξε και βρήκε ποια ήταν η γυναίκα, οι συνθήκες και η ιστορία. Πάντα έτσι γίνεται; «Κάθε μυθιστόρημα σε μαθαίνει να γράφεις το ίδιο το μυθιστόρημα, γίνεσαι ο υπέρτατος ειδικός του συγκεκριμένου μυθιστορήματος. Δεν σε μαθαίνει όμως πώς να γράψεις το επόμενο», μας λέει και περιγράφει τη συγγραφή ως μια διαδικασία αμφιταλαντεύσεων. «Περιλαμβάνει αρκετές δόσεις δισταγμού, παύσεων, αναζητήσεων και σκέψης. Κάποιες φορές μπορείς να λύσεις το πρόβλημα, άλλες όχι. Συνήθως γράφω μεταξύ 9 και 10 το πρωί και τα απογεύματα. Θα σταματήσω για να διαβάσω κάτι ή να παίξω τένις. Αν τα πράγματα πάνε καλά θα γράψω μέχρι να μην μπορώ να γράψω άλλο», σημειώνει.

Τελευταία, λέει, γράφει τα μεσάνυχτα και τα ξημερώματα, αλλά όταν σταματάει βάζει μια μεγάλη τελεία για να σκεφτεί τις πιθανότητες και τις επιλογές που έχει μπροστά του. «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει το λεγόμενο “συγγραφικό μπλοκ”. Καλύτερα να το πουν κάπως αλλιώς, ας πούμε δισταγμό», τονίζει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ