ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κύμα μαζικής φυγής ξένων επιχειρήσεων από την Τουρκία

ΡΟΥΜΠΙΝΑ ΣΠΑΘΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η είδηση ότι ο Τούρκος πρόεδρος συγκάλεσε το οικονομικό του επιτελείο στα μέσα της εβδομάδας στάθηκε αρκετή για να ανακοπεί η πτώση της τουρκικής λίρας. Καμία από τις κινήσεις του Τούρκου προέδρου δεν έχει, όμως, έως τώρα κατορθώσει να ανακόψει τη συνεχιζόμενη φυγή των ξένων επιχειρήσεων που, εν μέσω ενός δυσοίωνου συνδυασμού ανησυχητικών οικονομικών στοιχείων και διαρκούς πολιτικής αστάθειας, εγκαταλείπουν μαζικά την Τουρκία. Μέχρι στιγμής υπολογίζονται περίπου σε 70. Τελευταία στον μακρύ κατάλογο προστέθηκε η γερμανική εταιρεία φυσικού αερίου EWE AG, η οποία ανακοίνωσε προσφάτως ότι πουλάει τις μετοχές της σε δύο τουρκικές εταιρείες φυσικού αερίου, την Bursagaz και την Kayserigaz. Εχει, μάλιστα, προσλάβει την Barclays για τις επαφές με τους ενδιαφερόμενους εγχώριους επενδυτές.

Η γερμανική ενεργειακή έχει παρουσία στην Τουρκία από το 2007 και είναι ο πάροχος φυσικού αερίου που έχουν επιλέξει περίπου ένα εκατ. Τούρκοι. Καθοριστικός αλλά όχι μοναδικός παράγοντας που διακύβευσε την απόφασή της να φύγει υπήρξε, σύμφωνα με πρόσφατο ρεπορτάζ της γερμανικής οικονομικής εφημερίδας Handelsblatt, η πτώση της τουρκικής λίρας. Και αυτό γιατί η EWE αγοράζει φυσικό αέριο σε δολάρια και όταν το πουλάει στην Τουρκία πληρώνεται με τουρκικές λίρες. Παράλληλα, όμως, η πολιτική κατάσταση επιδεινώνεται διαρκώς στην Τουρκία, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016, και συχνά φέρνει σε εξαιρετικά δύσκολη θέση ορισμένες ξένες εταιρείες. Στην περίπτωση της EWE, δέκα υπάλληλοί της θεωρήθηκαν από την κυβέρνηση Ερντογάν ύποπτοι για συνεργασία με το δίκτυο του Φετουλάχ Γκιουλέν και χαρακτηρίστηκαν τρομοκράτες. Εξάλλου, ο υπουργός Ενέργειας Μπεράτ Αλμπαϊράκ φέρεται να έχει απαιτήσει από την EWE να επενδύσει στο δίκτυο φυσικού αερίου της χώρας ποσό ύψους 100 εκατ. ευρώ.

Η εταιρεία δεν είναι παρά μόνον ένα από τα ηχηρά επιχειρηματικά ονόματα που εγκαταλείπουν την πάλαι ποτέ πολλά υποσχόμενη αγορά της Τουρκίας. Τους δύο τελευταίους μήνες έχουν φύγει από τη γειτονική χώρα ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch, η καναδική εταιρεία υψηλής τεχνολογίας SOTA και η αλυσίδα ιταλικών ρεστοράν Carluccio. Παράλληλα, τρεις από τις πιο επιτυχημένες αλυσίδες ενδυμάτων, H&M, Zara και Mango, έκλεισαν πρόσφατα τα εργοστάσιά τους στην Κωνσταντινούπολη. Στη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών, μετά τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις που έγιναν στο πάρκο Γκεζί, έχουν φύγει ή έχουν περιορίσει την παρουσία τους στη γειτονική μας χώρα διεθνείς τράπεζες όπως η HSBC, η UBS και η RBS, μεγάλες ενεργειακές εταιρείες όπως η Total και η OMV, αεροπορικές όπως η Air France, η Air Canada και η Iberia, αλλά και ξενοδοχεία πολυτελείας στα τουρκικά παράλια. Ο καθοριστικός παράγοντας δεν είναι πάντοτε ο ίδιος, καθώς πολλές επιχειρήσεις επικαλούνται τη μεγάλη αστάθεια στη συναλλαγματική ισοτιμία, άλλες το ότι δεν μπόρεσαν να επιτύχουν τους στόχους τους για την ανάπτυξή τους στη χώρα και άλλες τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Σε όλα αυτά προστίθεται και η κρίση που κατά καιρούς προκαλεί στον τουρισμό της Τουρκίας η εντεινόμενη πολιτική αβεβαιότητα.

Ενδεικτική είναι η περίπτωση του ξενοδοχείου Canyon Ranch, που έκλεισε το περασμένο έτος. Οπως σχολίασε προσφάτως η διευθύνουσα σύμβουλος του ξενοδοχείου, Σούζαν Ντότσερτι, «πληγώνεται η καρδιά όσων έχουν προσπαθήσει επί χρόνια για την επιχείρησή τους στην Τουρκία, καθώς η τοποθεσία είναι όμορφη, βλέπουμε το Αιγαίο και τα ελληνικά νησιά, αλλά με όλα αυτά που συμβαίνουν εδώ έχει πληγεί πολύ ο τουρισμός».

Ο υψηλός πληθωρισμός και η πτώση της λίρας φτωχαίνουν τους Τούρκους

 Καθώς η Τουρκία οδεύει προς τις πρόωρες εκλογές του Ιουνίου, ο Ταγίπ Ερντογάν δεν φαίνεται διατεθειμένος να αλλάξει στάση σε ό,τι αφορά την οικονομία. Εμμένει στην απόφασή του να διατηρεί με κάθε τρόπο τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που για μεγάλο χρονικό διάστημα του χάρισαν υψηλή δημοτικότητα. Τώρα, όμως, η αγοραστική δύναμη των Τούρκων πλήττεται από τη συνεχιζόμενη διολίσθηση της τουρκικής λίρας και τον διψήφιο πληθωρισμό. Προ τριών εβδομάδων, όταν ο Τούρκος πρόεδρος προκήρυξε πρόωρες εκλογές, η αγορά αντέδρασε θετικά. Επικράτησε η προσδοκία ότι έπειτα από μια σύντομη προεκλογική περίοδο θα μπορούσε η κυβέρνηση να λάβει υπ’ όψιν τις συνεχείς προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο υπερθέρμανσης της οικονομίας. Οι εκτιμήσεις διαψεύσθηκαν, καθώς υπερίσχυσαν οι προεκλογικές σκοπιμότητες. Προ ημερών, ο Τούρκος πρωθυπουργός Μπιναλί Γιλντιρίμ εξήγγειλε νέο πακέτο δαπανών ύψους 5,6 δισ. δολ. Ο ίδιος ο Ερντογάν υποσχέθηκε, άλλωστε, την παροχή εφάπαξ επιταγών στους συνταξιούχους.

Οπως επισήμανε μιλώντας στους Financial Times ο αναλυτής Αττίλα Γεσιλάντ, «οι δαπάνες που ανακοινώνονται καταδεικνύουν ότι θα είναι μόνιμη η ζημία στον προϋπολογισμό».

Κάτι ανάλογο συνέβη την εβδομάδα που πέρασε, όταν ο Τούρκος πρόεδρος συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη με το οικονομικό του επιτελείο, με αντικείμενο τα δεινά της τουρκικής οικονομίας, την πτώση της λίρας, τον πληθωρισμό και το διευρυνόμενο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Μόλις διέρρευσε η είδηση, η τουρκική λίρα ανέκαμψε από τις 4,29 τουρκικές λίρες έναντι ενός δολαρίου, στις 4,27 έναντι ενός δολαρίου. Μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης, όμως, οι ανακοινώσεις της τουρκικής προεδρίας οδήγησαν τη λίρα σε νέα πτώση, καθώς έκαναν λόγο για αόριστα μέτρα που θα μειώσουν την πίεση από τα υψηλά επιτόκια και από την ισοτιμία, ενώ παράλληλα επαναλάμβαναν την υπόσχεση του Ερντογάν ότι θα συνεχιστεί η ανάπτυξη. Την επόμενη μέρα, η λίρα ήταν και πάλι ενισχυμένη κατά 1% έναντι του δολαρίου, καθώς συνεχιζόταν η κινητικότητα της κυβέρνησης, με συναντήσεις ανάμεσα στον Ερντογάν, στον διοικητή της Τράπεζας της Τουρκίας και τους επικεφαλής των μεγαλύτερων τουρκικών τραπεζών. Ακόμη κι αν το νόμισμα της Τουρκίας σταθεροποιηθεί βραχυπρόθεσμα, έχουν προηγηθεί αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις του τουρκικού χρέους από μεγάλους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης και πολλοί επενδυτές τείνουν να εγκαταλείψουν τη γειτονική χώρα. Στοιχεία της Τράπεζας της Τουρκίας εμφανίζουν μειωμένες τις καθαρές εισροές κεφαλαίων. Το 2017 περιορίστηκαν στα 4,8 δισ. δολ., καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο από το 2004.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ