Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Ζήσε τον μύθο σου στη Μακεδονία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ιδού η διαφορά επεκτατισμού και αλυτρωτισμού. Η ακαταστασία που βλέπετε είναι επεκτατισμός: απλώνει εφημερίδες, απλώνει χαρτιά, με το καλό θα απλώσει και ένα πόδι στο διπλανό κάθισμα. Για να ήταν αλυτρωτισμός, θα έπρεπε κάτω από το διπλανό έδρανο να βρισκόταν στριμωγμένος και καταπιεσμένος ένας άλλος Παπαχριστόπουλος, τον οποίο ο εικονιζόμενος Παπαχριστόπουλος θέλει να ελευθερώσει, προκειμένου να ενωθεί μαζί του! Ασφαλώς αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί, αφού ποτέ ένας Παπαχριστόπουλος δεν θα μπορούσε να χωρέσει κάτω από το έδρανο – εδώ δυσκολεύεται να χωρέσει καθιστός...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

​Ομολογώ ότι με κατέπληξε η σχεδόν σύσσωμη κατακραυγή του πολιτικού κόσμου στην Αθήνα, που ξεσηκώθηκε μέχρι τον ουρανό και έθαψε την πρόταση για «Ιλιντένσκα Μακεντόνιγια». Ηταν λάθος ότι είχα ξεχάσει πως ο εθνικισμός και τα αισθήματα που αναρριπίζει δεν αφήνουν περιθώριο στη λογική – εξ ου η κατάπληξή μου. Ομως, η οργισμένη αντίδραση στην Αθήνα αποκαλύπτει τους βαθύτερους λόγους της ελληνικής στάσης στο ζήτημα. Το πραγματικό μας πρόβλημα με την ΠΓΔΜ δεν είναι ότι τους αρνούμεθα (και πολύ σωστά) τον μύθο της συνέχειας με το αρχαίο βασίλειο της Μακεδονίας, είναι μάλλον ότι τον μύθο της συνέχειας τον διεκδικούμε για τον εαυτό μας.

Το φανερώνει η άρνησή μας να δεχθούμε το ιδρυτικό γεγονός του εθνικού μύθου τους, δηλαδή την εξέγερση του Ιλιντεν το 1903, η οποία είχε σκοπούς αντίθετους από εκείνους που επεδίωκε τόσο η Βουλγαρία όσο και η Ελλάδα. (Αξιοσημείωτο είναι ότι η οργάνωση που προκάλεσε την εξέγερση ήταν πλήρως διαβρωμένη από υποστηρικτές της Μεγάλης Βουλγαρίας. Η εξέγερση, όμως, ήταν το αποτέλεσμα της τελικής επικράτησης, ύστερα από μακρά εσωτερική διαμάχη, της πτέρυγας που επεδίωκε «Μακεδονία για τους Μακεδόνες».) Η εξέγερση, η βίαιη εκδήλωση δηλαδή ενός νέου εθνικισμού στην περιοχή, του μακεδονικού εθνικισμού, ήταν μια ήττα και για τον βουλγαρικό και για τον ελληνικό παράγοντα, που διεκδικούσαν με ίσες αξιώσεις την πολυεθνική περιοχή της Μακεδονίας. Το ότι οι εξεγερθέντες διεκδικούσαν ολόκληρη τη γεωγραφική Μακεδονία, με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη, ήταν απολύτως φυσικό για τους κανόνες του παιχνιδιού. Το ίδιο ακριβώς διεκδικούσαν, η καθεμιά τον εαυτό της, Ελλάδα και Βουλγαρία.

Η επιλογή του ονόματος «Ιλιντένσκα Μακεντόνιγια» απλώς θα επικύρωνε αυτό που διδάσκει η Ιστορία, σε όποιον κάνει τον κόπο να τη διαβάζει και όχι μόνο να την επικαλείται: ότι ο μακεδονικός εθνικισμός ήταν το ανεπιθύμητο υποπροϊόν του ανταγωνισμού του ελληνικού εθνικισμού με τον βουλγαρικό και ότι, τελικά, βρήκε και αυτός τη θέση του στον χάρτη των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών. Δεν είναι συμπτωματικό ότι οι αντιδράσεις των πολιτικών της αντιπολίτευσης κινήθηκαν μέσα σε ένα κλίμα εκφοβισμού της κοινής γνώμης, που γίνεται με χαρακτηρισμούς που εκφράζουν αγανάκτηση, αλλά χωρίς ουσιαστικά επιχειρήματα. Ο σκοπός τους είναι να μην τολμήσει κανείς να σκεφθεί το ζήτημα λογικά και αντικειμενικά. Οσοι δεν φρίττουν όταν ακούν «Ιλιντεν» είναι «ανιστόρητοι», «ανίδεοι», «επιπόλαιοι» κ.λπ. Είναι ντροπή να ακούς ή, ακόμη χειρότερα, να διαβάζεις σε κείμενα μορφωμένων ανθρώπων να καταγγέλλεται η πρόταση ως «επιτομή του αλυτρωτισμού». Ποιου αλυτρωτισμού, αλήθεια;

Κατ’ αρχάς, ας πάψει κάποτε η σύγχυση του επεκτατισμού με τον αλυτρωτισμό. (Η σημερινή φωτογραφία εικονογραφεί επαρκώς τη διαφορά, οπότε παραπέμπω εκεί τους ενδιαφερομένους...) Πράγματι, το «Ιλιντεν» υπήρξε όχημα αλυτρωτισμού στην εποχή του και αργότερα. Το ουσιώδες ερώτημα, όμως, για εμάς είναι αν μπορεί και σήμερα να χρησιμοποιηθεί για τους ίδιους σκοπούς. Και η απάντηση είναι όχι! Οσοι υποστηρίζουν το αντίθετο κάνουν το λάθος, στην καλύτερη περίπτωση, ή, στη χειρότερη, παραπλανούν συνειδητά τους ψηφοφόρους, υπονοώντας ουσιαστικά ότι οι συνθήκες του 1903 είναι ίδιες με εκείνες του 2018. Ε, λοιπόν, δεν είναι! Τότε το μεγαλύτερο μέρος του αγροτικού πληθυσμού ήσαν σλαβόφωνοι, πολλοί εκ των οποίων Βουλγαρίζοντες, κατά την ωραία διατύπωση της εποχής, ενώ οι Ελληνες ήσαν εγκατεστημένοι στα παράλια και στις μεγάλες πόλεις. Εκτοτε, ακολούθησαν πολλά: οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και οι μετακινήσεις πληθυσμών που προκάλεσαν.· η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Βενιζέλου που επέβαλε τα ελληνικά ως ομογενοποιητικό στοιχείο του νέου πληθυσμού της ελληνικής Μακεδονίας. οι διοικητικές διώξεις εις βάρος των σλαβοφώνων από το καθεστώς Μεταξά, που αποδυνάμωσαν ακόμη περισσότερο τον πληθυσμό των σλαβοφώνων. και, τέλος, ο Εμφύλιος, κατά τον οποίο οι κομμουνιστές εκμεταλλεύθηκαν αδίστακτα τους σλαβόφωνους με την αναγκαστική επιστράτευσή τους στις τάξεις του λεγόμενου κατ’ ευφημισμόν «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας», με αποτέλεσμα μετά την οριστική ήττα του ΔΣΕ να εγκαταλείψουν και οι τελευταίοι σλαβόφωνοι τις εστίες τους.

Επομένως, τι φοβόμαστε από το «Ιλιντεν»; Μακεδονικό αλυτρωτισμό με βάση τις 4.000 ψήφους του «Ουράνιου Τόξου»; Ποιον κοροϊδεύουν αυτοί που τα υπονοούν; Να σας πω τι πιστεύω ότι φοβόμαστε: αναγνωρίζοντας εθνική υπόσταση στους Μακεδόνες της Μακεδονίας, χάνουμε τον μύθο της συνέχειας. διότι, εφόσον η Ελλάδα αναγνωρίσει μακεδονικό έθνος που έχει αφετηρία του το 1903, πώς θα μπορεί ο απόγονος των προσφύγων να αυτοπροσδιορίζεται ως «Ελληνας Μακεδών»; Δεν θα μπορεί, λόγω της αναπόφευκτης σύγχυσης και του κινδύνου σοβαρών παρεξηγήσεων. Να γιατί μας τρομάζει η σύνδεση της Μακεδονίας με το «Ιλιντεν». Επειδή η ύπαρξη μακεδονικής εθνότητας αμφισβητεί τον μύθο της συνέχειας με τον Αλέξανδρο, τον Βουκεφάλα κ.λπ. Επειδή, με άλλα λόγια, οι μύθοι πάντα υπερισχύουν της πραγματικότητας, στον κόσμο του Υπαρκτού Ελληνισμού. Ζήσε τον μύθο σου στην Ελλάδα – δεν ήταν κάποτε αυτό το σλόγκαν; Ο μύθος είναι δικαίωμα, όπως το όνειρο...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ