Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Ευρωβενεζουέλα ολιστική και λάιτ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αχ, βρέχει!.. Κι όταν βρέχει, ειδικά στην περιοχή του δημαρχείου, η μυρωδιά της αμμωνίας σε μπουκώνει. Πόσο ρομαντικό!..

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Το μεταφράζω όπως ακριβώς το διαβάζω από το θαυμάσιο «Book of isms» του Τζον Αντριους (εκδόσεις «The Economist», 2010):

«Ολισμός. Η φιλοσοφική θεωρία ότι τα μέρη ενός συνόλου δεν μπορούν να κατανοηθούν χωρίς την αναφορά τους στο όλον. Τον όρο, προερχόμενο από το ελληνικόν “όλος”, εισήγαγε ο Νοτιοαφρικανός πολιτικός και στρατιωτικός Γιαν Σματς (1870-1950), ο οποίος σε ένα βιβλίο του 1926 σημειώνει την “τάση της φύσης να σχηματίζει σύνολα, που είναι μεγαλύτερα από το άθροισμα των συστατικών τους, μέσω της δημιουργικής εξέλιξης”. Ομως η ιδέα πηγαίνει πίσω τουλάχιστον στον Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.), που κηρύττει: “Το όλον είναι περισσότερο από το άθροισμα των μερών”. Ο ολισμός έχει αποκτήσει αξία για τη σύγχρονη Ιατρική, με την ολιστική προσέγγιση να εξετάζει και τους πνευματικούς και τους κοινωνικούς παράγοντες στον ασθενή, μαζί με τα σωματικά συμπτώματα».

Στα καθ’ ημάς τώρα. Ολιστικό, ιδίως όταν συντάσσεται με τη λέξη «σχέδιο», σημαίνει προεκλογικό. Είναι η τάση της αριστερής διανόησης να εντυπωσιάζει, χρησιμοποιώντας κατά βούληση όρους με χροιά επιστημονική ή τεχνοκρατική, που υποτίθεται ότι εκφράζουν τη νεωτερικότητα και την πρόοδο. Εν ολίγοις, το φαινόμενο που αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως «haute paparologie». (Εχει ενδιαφέρον ότι, μολονότι στη διεθνή επιστημονική κοινότητα υπερτερεί για προφανείς λόγους η αγγλική γλώσσα, επιλέγεται η γαλλική προκειμένου να ονομαστεί το συγκεκριμένο φαινόμενο. Ισως επειδή η γαλλική διανόηση φέρει ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης...)

Το φαινόμενο δεν είναι αθώο, δεν πρόκειται μόνο για απλό αρχοντοχωριατισμό ημιμαθών κουλτουριάρηδων. Η «paparologie» (haute ou basse) φθείρει τη σχέση των λέξεων με τα πράγματα, έτσι συμβάλλει ουσιαστικά στην απώλεια επαφής με την πραγματικότητα (π.χ., θα μας πληρώσουν για να μη τους χρεοκοπήσουμε) και διευκολύνει τη δουλειά του λαϊκισμού. Αυτή η απόσπαση των λέξεων από τα πράγματα είναι που επιτρέπει, ώστε να νοείται ως «ακτιβισμός» η συγκεκριμένη μορφή τρομοκρατίας την οποία ασκεί ο «Ρουβίκωνας», στρεφόμενος ακόμη και κατά της Δικαιοσύνης ή του αρχηγού της αντιπολίτευσης προσωπικά. Πολλοί, οι περισσότεροι μάλλον, εσωτερικεύουν ατομικά αυτή τη διαδικασία και, σιγά σιγά, αρχίζουν να βλέπουν την πραγματικότητα διαφορετικά. Θυμάμαι χαρακτηριστικά καθηγήτρια του Παντείου, η οποία αφού ευπειθώς εδέχθη μπουγέλο με κόκκινη μπογιά, που της κατέστρεψε τα ρούχα, αργότερα χαρακτήρισε «κοινωνική παρέμβαση» τον εξευτελισμό της και μόνον ικανοποιημένη δεν δήλωσε ότι ήταν. (Ισως να μην ήταν και τόσο, γιατί δεν τους είπε ένα ευχαριστώ...)

Το «ολιστικό» χρησιμοποιεί τον στόμφο για να κρύψει τον πραγματικό στόχο του σχεδίου, που είναι η αναπαλαίωση με σοσιαλιστικό χρώμα. Εκσυγχρονίζουν, υποτίθεται, τη γλώσσα και, στην πραγματικότητα, σκεπάζουν ένα όραμα –γιατί οικονομικό σχέδιο δεν το λες με τίποτα– για μια Ευρωβενεζουέλα λάιτ. Το ότι παρουσίασαν αυτό το πράγμα στην Ευρώπη ως αναπτυξιακό σχέδιο νομίζω ότι δεν πρέπει να έχει αφήσει αμφιβολίες στο εξωτερικό ότι η κυβέρνηση κινείται προς εκλογές. Κινείται με τον τρόπο που ξέρουμε, καιροσκοπικά· προς τα εκεί όμως κατευθύνεται.

Ενα υστερόγραφο ιστορικού χαρακτήρα δεν μπορώ να το αποφύγω, αφού η αφορμή για τα παραπάνω ήταν μία λέξη. Είναι μία από τις πολλές, τις αμέτρητες ειρωνείες, μέσα στις οποίες εκτυλίσσεται αυτό που ονομάζουμε πολιτικό βίο, ότι την ολιστική προσέγγιση στην πολιτική εισήγαγε πρώτος ο Ευάγγελος Βενιζέλος με την έκκλησή του για το «όλον ΠΑΣΟΚ». Τίποτα... Οποια πέτρα κι αν σηκώσεις πάλι ΠΑΣΟΚ βρίσκεις...

Επάγγελμα

Ενα από τα πρώτα πράγματα, ίσως το πρώτο, που μάθαμε από την πλευρά των τύπων που χτύπησαν τον Μπουτάρη ήταν ο ισχυρισμός ενός συλληφθέντος «είμαι Πόντιος», από τον οποίο ξεκίνησε να δίνει εξηγήσεις. Δεν λέω να το πάρουμε τοις μετρητοίς, αλλά ο αυθορμητισμός στην προκειμένη περίπτωση έχει τη σημασία του – μικρή, αλλά ας την κρατήσουμε.

Πόντιος στη Θεσσαλονίκη, αλλά και όπου αλλού εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες στην ελληνική Μακεδονία, έχει ειδική σημασία. Γι’ αυτό, η ιδιότητα βολεύει ως προκάλυμμα διαφόρων απατεώνων ή θερμόαιμων πιθήκων, του είδους που δέρνει από ένστικτο, επειδή βλέπει τους άλλους να δέρνουν. Θυμάστε πώς ήταν, μετά την εισβολή του 1974 και για πολλά χρόνια στην Ελλάδα με τους Κυπρίους; Η αναλογία δεν είναι ακριβής, αλλά κάπως έτσι είναι με τους Ποντίους και όχι μόνο στη Βόρειο Ελλάδα: Πόντιος είναι επάγγελμα. Ο ανταγωνισμός προσφύγων και γηγενών, στην ελληνική Μακεδονία μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, ήταν βασικό στοιχείο της πολιτικής πραγματικότητας, σχεδόν πάντα με καθοριστικό ρόλο στην έκβαση των εκλογών. «Προσφυγοπατέρας» ήταν δουλειά στην πολιτική. (Τα περιγράφει αυτά εξαίρετα και εις βάθος ο Γ. Μαυρογορδάτος στο βιβλίο του «Μετά το 1922: η παράταση του Διχασμού» – ένα άκρως διαφωτιστικό βιβλίο για την κατανόηση του σήμερα).

Το στοιχείο για το οποίο μιλώ έχει ρίζες που φθάνουν βαθιά και το συντηρούν ακόμη, μεταλλαγμένο έστω. Στις μέρες μας διασπείρεται σε όλα τα λαϊκίστικα κόμματα και, κατά καιρούς, βρίσκεται μια μορφή όπως του Ψωμιάδη και το εκφράζει πιο μαζικά. Οταν, λ.χ., είχαμε την είσοδο του Ι. Σαββίδη στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου, με το πιστόλι εμφανές στη ζώνη του, εκτός από ένα βουλευτή του Λεβέντη, ο μόνος άλλος που τον υπερασπίστηκε, από το βήμα της Βουλής μάλιστα, ήταν ένας των ΑΝΕΛ, του οποίου το όνομα ειλικρινά δεν θυμάμαι και δεν θέλω να πετάξω ούτε τα είκοσι δευτερόλεπτα που θα μου πάρει να το θυμηθώ με μια αναζήτηση στο Ιντερνετ. Το ενδιαφέρον είναι, πάντως, ότι στο βιογραφικό του ο βουλευτής παρουσιάζεται ως κληρονόμος μιας οικογενειακής παράδοσης δύο γενεών στην πολιτική εκπροσώπηση προσφύγων. Ζουν ανάμεσά μας, λοιπόν...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ