ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

Αξίζει συμπόνια ο Κουφοντίνας;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας ουδέποτε επέδειξε μεταμέλεια. Εξακολουθεί να εκθειάζει τον «επαναστατικό αγώνα», γράφοντας βιβλία και δίνοντας συνεντεύξεις.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: IΔEEΣ

Η ​​απεργία πείνας ενός ανθρώπου κινητοποιεί τα ανθρωπιστικά μας ανακλαστικά. Πιθανόν μας δημιουργεί και αισθήματα συμπόνιας. Υπάρχουν όρια στη συμπόνια;

Αν κρίνουμε από αντιδράσεις βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ στην πρόσφατη απεργία πείνας του τρομοκράτη-δολοφόνου Δ. Κουφοντίνα, η απάντηση είναι αρνητική. «Κινδυνεύει να πεθάνει», είπε πρόσφατα ο κ. Φίλης, υπαινισσόμενος ότι η οδύνη του απεργού πρέπει να μας συγκινήσει. Και συμπλήρωσε: «Δεν μπορεί να δίνει η πολιτεία το δικαίωμα μιας εκδικητικής τακτικής απέναντι στους κρατουμένους. Δεν ξέρω ποιος θα πάρει την ευθύνη αν του συμβεί κάτι κακό».

Τρία θέματα θέτει η δήλωση Φίλη: συμπόνια, εκδικητική δικαιοσύνη, ευθύνη. Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Πότε νιώθουμε συμπόνια με τον πόνο ενός ανθρώπου; Η αριστοτελική φιλόσοφος Μάρθα Νουσμπάουμ, έχοντας ασχοληθεί διά μακρόν με τα συναισθήματα στον δημόσιο βίο, διακρίνει τρία στοιχεία στη συμπόνια.

Πρώτον, νιώθουμε συμπόνια για κάποιον όταν υποφέρει στα σοβαρά. Κάποιος που γκρινιάζει ή παραπονιέται για κάτι ασήμαντο, δεν μας συγκινεί.

Δεύτερον, συμπονούμε όταν αυτός που υποφέρει δεν φέρει ευθύνη για την οδύνη του (είναι «αναίτιος» κατά τον Αριστοτέλη – μη υπεύθυνος για τα δεινά του). Για το πεινασμένο παιδί λ.χ. που κλέβει ένα καρβέλι ψωμί νιώθουμε συνήθως συμπόνια, έστω κι αν αναγνωρίζουμε την ενοχή του, στο μέτρο που θεωρούμε ότι εξωγενείς παράγοντες (φτώχεια, στερήσεις, εγκατάλειψη) το ώθησαν στις πράξεις του.

Και τρίτον, αυτό που προκαλεί τη συμπόνια είναι σημαντικό για εμάς – αντιστοιχεί σε ό,τι θεωρούμε σημαντικό για την ανθρώπινη ευδαιμονία. Το δράμα του εξαθλιωμένου πρόσφυγα, με το τρομαγμένο βλέμμα και τα παιδιά του στην αγκαλιά, μας συγκινεί γιατί γνωρίζουμε από προσωπική πείρα πόσο σημαντικά είναι η ασφάλεια, η σταθερότητα και η «αυτοχθονία» για να έχουν οι άνθρωποι μια στοιχειωδώς ευτυχισμένη ζωή.

Ναι, ο κ. Κουφοντίνας, όπως κάθε απεργός πείνας, υπέφερε σωματικά, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή του (πρώτο στοιχείο). Ο ίδιος, όμως, έφερε τον εαυτό του στη δυσάρεστη θέση υγείας που βρέθηκε (δεύτερο στοιχείο). Ταυτιζόμαστε με την οδύνη ενός τρομοκράτη-δολοφόνου; (τρίτο στοιχείο). Δύσκολα. Τα ιδανικά του δεν συγκινούν έναν καλοπροαίρετο δημοκράτη. Η σκέψη ότι μπορεί κάποιος να σκοτώνει ανθρώπους της επιλογής του, έστω και στο όνομα της πολιτικής του ιδεολογίας, μας προκαλεί τόση αποστροφή όση ένας βιαστής ή παιδεραστής.

Ο Κουφοντίνας έκανε απεργία πείνας για να του δοθεί τρίτη άδεια εκτός φυλακής και για να αλλάξει η διαδικασία χορήγησης αδειών σε φυλακισμένους (να καταργηθεί το εισαγγελικό βέτο). Η απεργία του ήταν προληπτική (preemptive) – δεν απήργησε για να ανακτήσει ένα δικαίωμα που του στέρησαν (έχει πάρει ήδη δύο άδειες) αλλά για το ενδεχόμενο να το χάσει. Υποψιαζόταν ότι ο πειθαρχικός έλεγχος των δύο εισαγγελέων που συγκατατέθηκαν στις προηγούμενες αιτήσεις αδείας του ήταν πολιτικά υποκινούμενος και αποσκοπούσε στον εκφοβισμό του εισαγγελέα που θα έκρινε τη νέα αίτησή του.

Θεμιτή η υποψία του, αλλά δεν αρκεί για να αποσπάσει τη συμπάθειά μας. Η στάση του είναι ιδιοτελώς αντιφατική. Από τη μια επαινεί εμμέσως τους εισαγγελείς που του έδωσαν τις προηγούμενες άδειες, ενώ από την άλλη μιλά για «δικαστική χούντα». Αν υποθέσουμε ότι το συμβούλιο φυλακής του είχε αρνηθεί την άδεια την πρώτη φορά, τι θα έλεγε ο Κουφοντίνας; Ο,τι έλεγε και σχετικά με την τρίτη αίτηση – θα κατήγγελλε τη Δικαιοσύνη ως ένα «βαθιά ταξικό και ρεβανσιστικό θεσμό».

Δέχομαι ότι όταν προσφεύγει κανείς σε έναν θεσμό του κράτους δικαίου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ασπάζεται τον σκοπό του. Η προσφυγή του, όμως, υποδηλώνει ότι αποδέχεται, κατ’ αρχάς, την ετυμηγορία του θεσμού, όποια κι αν είναι αυτή. Διαφορετικά είναι σα να παίζουμε λ.χ. ποδόσφαιρο χωρίς να αναγνωρίζουμε την εγκυρότητα των κρίσεων του διαιτητή, παρά μόνο όταν μας συμφέρουν. Αυτό κάνει ο Κουφοντίνας. Θετική απόφαση για την αίτησή του δείχνει την «εντιμότητα» και «ανεξαρτησία» των εισαγγελέων. Τυχόν αρνητική απόφαση δείχνει «αυθαιρεσία» και «αλαζονεία» εκ μέρους του «πολιτικοδικαστικού κατεστημένου». Τι μας λέει; Αποδέχομαι την κρίση του θεσμού μόνο όταν με εξυπηρετεί!

Ενας από τους όρους που θέτει ο σωφρονιστικός κώδικας για να πάρει κάποιος φυλακισμένος άδεια αφορά την εκτίμηση κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος τελέσεως νέου εγκλήματος στη διάρκεια της άδειας. Ο Κουφοντίνας ουδέποτε επέδειξε μεταμέλεια. Εξακολουθεί να εκθειάζει τον «επαναστατικό αγώνα», γράφοντας βιβλία και δίνοντας συνεντεύξεις. Παραμένει το ίνδαλμα νεότερων τρομοκρατών. Δεν είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να καταστεί φυσικός ή ηθικός αυτουργός νέων τρομοκρατικών πράξεων; Ενας εισαγγελέας ίσως θεωρήσει αυτόν τον κίνδυνο μικρό, ένας άλλος μεγάλο. Η κρίση συνιστά ερμηνεία. Ο Κουφοντίνας αποδέχεται μόνο την ερμηνεία που τον ευνοεί. Δεν εκπλήσσει. Η αυτοαναφορικότητα αποτελεί τον διανοητικό πυρήνα της τρομοκρατίας.

Εκδικείται το κράτος δικαίου; Οχι, αλλά τιμωρεί ανταποδοτικά. Οταν κάποιος εγκληματεί, είναι ηθικώς ορθό να υποφέρει για τις πράξεις του. Διαφέρει η ανταποδοτική τιμωρία από την εκδίκηση; Βεβαίως. Η ανταποδοτική τιμωρία παρέχεται βάσει αρχών και διαδικασιών, δεν είναι προσωπική αλλά αναφέρεται σε πράξεις, είναι αναλογική, και δεν αντλεί ικανοποίηση από τον πόνο που επιφέρει. (Ακριβώς γι’ αυτό, στο κράτος δικαίου, καθιερώθηκε ο θεσμός των αδειών των φυλακισμένων). Η ανταποδοτική τιμωρία αντανακλά τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για δικαιοσύνη: ψυχολογικές μελέτες λ.χ. δείχνουν ότι τα άτομα είναι διατεθειμένα να χάσουν προσωπικό εισόδημα προκειμένου να τιμωρήσουν τον δράστη.

Κι αν πέθαινε ο Κουφοντίνας; Θα ήταν λυπηρό, έστω κι αν είναι δολοφόνος. Αλλά δεν βλέπω τίνος άλλου ευθύνη είναι η ζωή του. Τι κρίμα που δεν έθεσαν ποτέ ο ίδιος, ούτε οι ομοϊδεάτες του, ούτε οι συμπαθούντες, το ίδιο συμπονετικό ερώτημα για τα θύματά του!

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ