ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Βλαντιμίρ Τσιζόφ στην «Κ»: Υπάρχουν λάθη που έχουν συνέπειες

ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

«Δεν μπορούμε να μιλάμε για ψυχρότητα στις σχέσεις Αθήνας - Μόσχας», λέει ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ρωσίας στην Ε.Ε. Βλαντιμίρ Τσιζόφ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την αντίθεση της Μόσχας στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ στα Δυτικά Βαλκάνια τονίζει, με συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ», ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ρωσικής Ομοσπονδίας στις Βρυξέλλες Βλαντιμίρ Τσιζόφ, εκφράζοντας την ελπίδα να μην προκληθούν αποσταθεροποιητικές καταστάσεις, τύπου Ουκρανίας. Αν και θεωρεί ότι η διένεξη της Ελλάδας με τη ΠΓΔΜ για το ονοματολογικό θα έπρεπε να έχει λυθεί από καιρό, κάνει λόγο για «έξωθεν πιέσεις» και σημειώνει τις αντιδράσεις που εκδηλώνονται και στις δύο χώρες για την επιτευχθείσα συμφωνία. Χαρακτηρίζει δύσκολο εταίρο την Τουρκία και μιλάει για τις προοπτικές εξομάλυνσης των σχέσεων Ρωσίας - Ε.Ε.

– Πώς εκτιμάτε τη συμφωνία Ελλάδας - ΠΓΔΜ για το θέμα της ονομασίας;
– Γνωρίζω ότι η συμφωνία υπήρξε προϊόν μιας μακροχρόνιας διαδικασίας διαπραγματεύσεων. Κατά τη γνώμη μου, το θέμα αυτό θα έπρεπε να έχει λυθεί πολύ καιρό πριν προκειμένου οι δύο χώρες να έχουν σχέσεις καλής γειτονίας και συνεργασίας. Οσον αφορά το περιεχόμενο, θα δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα διότι γνωρίζουμε ότι υπάρχουν διάφορες αντιδράσεις και στις δύο χώρες.

Εκείνο που θα ήθελα να τονίσω είναι ότι οι περαιτέρω εξελίξεις πρέπει να ρυθμίζονται σε διμερή βάση, χωρίς πιέσεις εξωτερικών παραγόντων. Διότι ενώ η συμφωνία αυτή καθ’ αυτή ελπίζουμε να ενισχύσει τη σταθερότητα στα Βαλκάνια και τη συνεργασία των δύο χωρών, δεν πρέπει ωστόσο να θεωρηθεί ως αφορμή για ταχεία ένταξη της γειτονικής σας χώρας σε στρατιωτικό συνασπισμό.

Θα επαναλάβω την πάγια θέση μας: δεν έχουμε αντίρρηση στην επέκταση της Ε.Ε. Κάθε χώρα έχει δικαίωμα να πάρει τις αποφάσεις της. Θεωρούμε τη διεύρυνση της Ε.Ε. ως περιφερειακή διάσταση της παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ είναι κάτι διαφορετικό. Αποτελεί ουσιαστικά προσπάθεια αντιμετώπισης των κινδύνων και προκλήσεων του 21ου αιώνα με μέσα και μηχανισμούς του 20ού. Αφήνω βέβαια και δεν θέλω να σχολιάσω τις συνταγματικές διαδικασίες και νομικές επιπτώσεις αυτής της συμφωνίας.

– Πώς θα αντιδράσει η χώρα σας για να αποτρέψει αρνητικές συνέπειες από την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ;
– Σίγουρα, δεν θα ρίξουμε πυρηνικές βόμβες... Οπως έλεγα, κάθε χώρα έχει δικαίωμα να παίρνει τις αποφάσεις της και να κάνει τα λάθη της. Ομως υπάρχουν λάθη και λάθη. Υπάρχουν λάθη που έχουν συνέπειες.

– Στο πρόσφατο συνέδριο του Economist, στην Αθήνα, είπατε ότι η Ουκρανία εκβιάστηκε από τη Δύση να διαλέξει ανάμεσα στην Ε.Ε. και την Ευρασιατική Ενωση και ότι ανάλογες προσπάθειες γίνονται για τα Δυτικά Βαλκάνια και άλλες πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες. Να συμπεράνουμε ότι προβλέπετε ακραίες αποσταθεροποιητικές καταστάσεις, τύπου Ουκρανίας, στη γειτονιά μας;
– Ελπίζω όχι.

– Η Τουρκία θέτει υπό αίρεση τη Συνθήκη της Λωζάννης, προκαλεί στο Αιγαίο και αμφισβητεί δικαιώματα εκμετάλλευσης στην κυπριακή ΑΟΖ. Η χώρα σας έχει βελτιώσει θεαματικά τις σχέσεις της με την Τουρκία. Θα μπορούσε να δράσει προς όφελος της ειρήνης και σταθερότητας;
– Ξέρουμε πόσο περίπλοκη είναι η κατάσταση σε αυτήν την περιοχή και γνωρίζουμε λεπτομερώς τα προβλήματα. Δεν μπορώ να πω ότι η Τουρκία είναι πολύ εύκολος εταίρος, ούτε για την Ελλάδα ούτε για κανέναν άλλο. Ούτε για μας. Στο πλαίσιο του διαλόγου μας με όλες τις ενδιαφερόμενες χώρες, υποστηρίζουμε την ανάγκη να μην προβούν σε ενέργειες που θα οξύνουν την ένταση.

– Η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα ευθυγραμμίζεται με τους Δυτικούς στο θέμα των κυρώσεων κατά της χώρας σας, στη χάραξη του ενεργειακού χάρτη και τώρα στο Σκοπιανό. Eχουν οδηγήσει όλα αυτά σε ψυχρότητα τις σχέσεις Ελλάδας - Ρωσίας;
– Κατ’ αρχάς, κυρώσεις μόνο το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ έχει δικαίωμα να επιβάλει. Επομένως, μιλάτε για μονομερή, περιοριστικά μέτρα της Δύσης. Τώρα στο ερώτημά σας, η απάντησή μου είναι όχι, καθόλου δεν μπορούμε να μιλάμε για ψυχρότητα. Πριν από λίγες μέρες ο Eλληνας υπουργός Εξωτερικών κ. Κοτζιάς πήγε στη Ρωσία και είχε πολύ καλές συζητήσεις με τον Ρώσο συνάδελφό του κ. Λαβρόφ, ενώ όπως αντιλαμβάνομαι μέχρι το τέλος του έτους θα υπάρξουν και άλλες επαφές υψηλού επιπέδου. Καταλαβαίνουμε ότι κάθε χώρα της Ε.Ε. περιορίζεται, έως έναν βαθμό, στην ελευθερία κινήσεών της. Ωστόσο, αυτό δεν το βλέπουμε ως αφορμή για να δημιουργούνται προβλήματα στις διμερείς σχέσεις.

– Μετά τις πρόσφατες αλλαγές σε σειρά ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, διακρίνετε καλύτερες προϋποθέσεις για την άρση των κυρώσεων;
– Θα δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Σε λίγες μέρες θα υπάρξει συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της Ε.Ε. και στη συνέχεια σύνοδος κορυφής. Δεν θα ήθελα να προκαταλάβω τις εξελίξεις.

– Σε πολλές χώρες της Ευρώπης βρίσκονται σε άνοδο εθνικιστικές δυνάμεις που βάλλουν κατά της Ε.Ε. και επιθυμούν στενότερες σχέσεις με τη Ρωσία. Πώς απαντάτε σε όσους υποστηρίζουν ότι εκμεταλλεύεστε, αν δεν στηρίζετε κιόλας, αυτά τα ρεύματα για να βάλετε σφήνες στη Δύση;
– Δεν βλέπω καμία σχέση ανάμεσα στις απόψεις των δυνάμεων αυτών για την Ε.Ε. και στις θέσεις τους έναντι της Ρωσίας. Γενικά, υπάρχουν δυνάμεις τόσο της Δεξιάς, όσο και της Αριστεράς, που επιθυμούν να βελτιωθούν οι σχέσεις με τη Ρωσία. Είμαστε ανοιχτοί στον διάλογο και στη συνεργασία με όλες τις δυνάμεις που επιθυμούν κάτι τέτοιο, ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους ταυτότητα, με εξαίρεση όσους βρίσκονται στη λίστα των Ηνωμένων Εθνών για την τρομοκρατία.

– Πιστεύετε ότι ο πόλεμος των δασμών που έχει κηρύξει η κυβέρνηση Τραμπ προσφέρει μια ευκαιρία να έρθουν πιο κοντά Ευρώπη και Ρωσία;
– Υπάρχουν θέματα όπου η Ρωσία και χώρες της Ε.Ε. έχουν παρόμοιες θέσεις. Ενα παράδειγμα είναι η συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Το ίδιο ισχύει για τον λεγόμενο πόλεμο των δασμών. Εμείς είμαστε πρόθυμοι να συνεργαστούμε με την Ε.Ε. στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, αλλά και διμερώς, ώστε να συντονίσουμε τις θέσεις μας.

Βέβαια, ο όγκος του εμπορίου μας με τις ΗΠΑ είναι μόλις το ένα δωδέκατο του όγκου του εμπορίου μας με την Ε.Ε. Δεν θα θέλαμε σε καμία περίπτωση ο φόβος Ευρωπαίων εξαγωγέων αλουμινίου και χάλυβα να αποκλειστούν από την αμερικανική αγορά να οδηγήσει στον αποκλεισμό των Ρώσων εξαγωγέων από την ευρωπαϊκή αγορά. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε έναν εμπορικό πόλεμο που θα κάλυπτε ολόκληρο τον κόσμο, επομένως πρέπει να αποφευχθεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ