ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Λήξη μνημονίων με «σκιές» και φόβους

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Χρέος

Μετά τρία μνημόνια, 16 πακέτα προαπαιτουμένων και δάνεια 288,7 δισ. ευρώ, το Eurogroup της Πέμπτης κήρυξε μεν τη λήξη της μνημονιακής περιόδου, αλλά καθόρισε ένα πλαίσιο πολιτικών για τη συνέχεια, που διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης 8ετίας, περιλαμβανομένου ενός «προστατευμένου περιβάλλοντος» έναντι των αγορών. Οι συνθήκες για αλλαγή σελίδας, με απρόσκοπτη πρόσβαση στις αγορές και μετάβαση σε ένα δυναμικό αναπτυξιακό περιβάλλον, δείχνουν να μην εξασφαλίζονται ακόμη για την Ελλάδα. Υποχρεώσεις για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, 3,5% του ΑΕΠ ώς το 2022 και 2,2% του ΑΕΠ στη συνέχεια, κατά μέσον όρο, ώς το 2060, καθώς και για την εφαρμογή μιας σειράς από μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις ώς το 2022, θα παρακολουθούνται –εν είδει προαπαιτουμένων– στενά από τους θεσμούς, σε αξιολογήσεις ανά τρίμηνο στην Αθήνα. Θα συντάσσονται εκθέσεις και σε περίπτωση που θα διαπιστώνεται εκτροπή δεν θα εφαρμόζονται κάποια από τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους (η επιστροφή των κερδών SMP και ΑΝFA και του επιτοκιακού κέρδους, συνολικού ύψους 7 δισ. ευρώ), ενώ –ίσως το σημαντικότερο– θα στέλνεται αρνητικό μήνυμα στις αγορές που θα δανείζουν τη χώρα.

Δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, υποστηρίζουν οι αναλυτές, σημειώνοντας ότι η χώρα δεν πείθει πως θα συνεχίσει τη μεταρρυθμιστική δυναμική και τη δημοσιονομική πειθαρχία, αν αυτό δεν της επιβάλλεται από πάνω. Η «ενισχυμένη εποπτεία», έναντι της απλής μεταμνημονιακής παρακολούθησης, υποστηρίζουν οι ίδιοι οι δανειστές, είναι δίκαιη, δεδομένου του μεγάλου ύψους των δανείων που έχουν δοθεί στη χώρα. Ισως, άλλωστε, σημειώνουν κάποιοι αναλυτές, η ίδια η «εποπτεία» να μην είναι τελικά κακή, στον βαθμό που επιβάλλει την απαραίτητη πειθαρχία. Προβληματική κρίνεται, ωστόσο, η υποχρέωση τήρησης υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για τόσο μεγάλο διάστημα. «Με τέτοια υπερπλεονάσματα, ανάπτυξη δεν θα δούμε», σχολιάζει αναλυτής.

Ο φόβος είναι ότι η χώρα θα καταδικαστεί σε χαμηλή αναπτυξιακή πτήση και θα αργήσει πολύ να ανακτήσει το χαμένο έδαφος της 8ετίας που προηγήθηκε. Αλλωστε, τον φόβο αυτό ενισχύει και η έλλειψη καθαρού ορίζοντα ως προς τη βιωσιμότητα του χρέους.

Μακροπρόθεσμα, κανείς δεν δίνει πιστοποιητικό βιωσιμότητας του χρέους, ενώ και για τον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα υπάρχουν ερωτήματα. Οι αναλυτές συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι τα μέτρα κάνουν μεν ένα βήμα μπροστά, αλλά δεν εξαλείφουν την αβεβαιότητα. Και αυτό είναι αρνητικό όχι μόνο για την κάλυψη των δανειακών αναγκών της χώρας, αλλά κυρίως για την ανάπτυξη της επενδυτικής δυναμικής που χρειάζεται.

Δεν αμφισβητεί, βεβαίως, κανείς πως η επιμήκυνση των δανείων του EFSF και η παράταση της περιόδου χάριτος για τους τόκους τους για μια 10ετία είναι θετικό γεγονός. Μπορεί να ήλπιζαν στο υπουργείο Οικονομικών, μέχρι πριν από λίγους μήνες, σε 15ετή παράταση, αλλά και τα 10 χρόνια κρίνονται ικανοποιητικά. Εως το 2032 δεν θα πληρώνουμε τίποτα για το 1/3, περίπου, των δανείων μας, επισημαίνει πηγή της αγοράς ομολόγων. Ωστόσο, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Οπως εξηγεί ο καθηγητής Παναγιώτης Πετράκης, «το χρέος είναι μεσοπρόθεσμα βιώσιμο, για μια δεκαετία, αλλά υπό κανονικές συνθήκες και υπό την προϋπόθεση της τήρησης των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Αν αντί να πετύχουμε τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ κατέβουμε στο 3% του ΑΕΠ, τα δεδομένα αλλάζουν δραστικά. Αρα, η αβεβαιότητα δεν πρόκειται να αρθεί». Ούτε είναι βέβαιο πως εξωγενείς παράγοντες, όπως μια αναταραχή στην Ιταλία, θα μας αφήσουν ανεπηρέαστους.

Οι υπουργοί της Ευρωζώνης φρόντισαν, πάντως, με το «μαξιλάρι» ρευστότητας να εξασφαλίσουν τουλάχιστον τις δανειακές υποχρεώσεις της χώρας για 22 μήνες, δηλαδή ώς τον Ιούνιο του 2020, καλύπτοντας με άνεση τον εκλογικό ορίζοντα. Το «μαξιλάρι» θα έχει 24,1 δισ. ευρώ όταν θα βγαίνουμε από το μνημόνιο, τον Αύγουστο.

Ωστόσο, όπως τονίζει ο καθηγητής Πάνος Τσακλόγλου, «επιτυχία θα είναι αν δεν χρησιμοποιήσουμε το “μαξιλάρι”. Αν το χρησιμοποιήσουμε, μόλις –μετά– βγούμε στις αγορές, τα επιτόκια θα εκτιναχθούν στα ύψη».

Με το βλέμμα στις αγορές

Η ανταπόκριση των αγορών θα φανεί το επόμενο διάστημα, καθώς η πρώτη θετική αντίδραση της Παρασκευής δεν είναι αρκετή για να βγουν συμπεράσματα. Κανείς δεν αμφιβάλλει, άλλωστε, ότι η Ελλάδα παραμένει ο αδύναμος κρίκος. Οπως παρατηρούσε τραπεζική πηγή, παρά την υποχώρηση των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων, την Παρασκευή, αυτά εξακολουθούν να βρίσκονται πολύ πάνω από τα αντίστοιχα της Ιταλίας.

Το υπουργείο Οικονομικών ετοιμάζει, σύμφωνα με πληροφορίες, το έδαφος για μια πιθανή έξοδο στις αγορές πριν από το τέλος του μνημονίου, ίσως και σύντομα. Ενδιαφέρεται κυρίως για λόγους κύρους, ως επισφράγιση της καθαρής εξόδου, αφού δεν υπάρχουν άμεσες ταμειακές ανάγκες. Στο πλαίσιο αυτό, δεν αποκλείεται να αποπειραθούν την έκδοση ακόμη κι ενός δεκαετούς ομολόγου. Προς το παρόν, πάντως, τα στελέχη του επιφυλάσσονται. «Θα δούμε πρώτα τις αγορές, το ΔΝΤ, τους οίκους αξιολόγησης και θα κινηθούμε αναλόγως», λένε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ