ΕΛΛΑΔΑ

Χρόνος και χρήμα στα παιχνίδια των κινητών

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Στο περιθώριο του εθισμού στα βιντεοπαιχνίδια, που αναγνωρίστηκε πρόσφατα από τον ΠΟΥ ως διαταραχή της διανοητικής υγείας, υπάρχει και η τάση μερίδας παικτών να πληρώνει χρήματα για να βελτιώσει την απόδοση σε παιχνίδια που προσφέρονται στα κινητά τηλέφωνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι μια ασχολία που απαιτεί προσήλωση. Τουλάχιστον ανά δύο με τρεις ώρες καθημερινά είτε στο σπίτι, είτε στο γραφείο, είτε σε κάποια έξοδο με φίλους ο 35χρονος Κώστας ελέγχει το κινητό του τηλέφωνο. Δεν ψάχνει για αναπάντητες κλήσεις ή κάποιο μήνυμα. Τσεκάρει σχολαστικά για λίγα λεπτά ή μισή ώρα την πορεία του παιχνιδιού που τον έχει απορροφήσει τα τελευταία δύο χρόνια.

«Υπάρχουν στιγμές που τις αφιερώνω αποκλειστικά στο παιχνίδι. Σάββατο βράδυ θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, αλλά προτιμώ να μείνω μέσα για να περάσω δύο ώρες σε μια “μάχη”», λέει στην «Κ» ζητώντας να μη δημοσιευθεί το πλήρες όνομά του λόγω της εργασίας του. «Υπάρχουν και ημέρες που ασχολούμαι ελάχιστα, αλλά ξέρω άλλους Ελληνες που αφιερώνουν καθημερινά οκτώ με δέκα ώρες. Οι περισσότεροι είναι οικογενειάρχες», προσθέτει.

Ο Κώστας ξεκαθαρίζει ότι δεν είναι εξαρτημένος από το κινητό του τηλέφωνο. Η ζωή του ή η διάθεσή του, εξηγεί, δεν ρυθμίζονται από τον εικονικό κόσμο στην οθόνη του. Πρόσφατα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνώρισε τον εθισμό στα βιντεοπαιχνίδια ως διαταραχή της διανοητικής υγείας. Η περίπτωση του Κώστα όμως, ακόμη κι αν δεν συγκαταλέγεται στην κατηγορία των εξαρτήσεων, αναδεικνύει μια άλλη πτυχή του θέματος, μια νέα τάση που παρατηρείται και στην Ελλάδα: Την επένδυση χρόνου και χρημάτων σε παιχνίδια κινητών τηλεφώνων.

Ο αδελφός του ήταν αυτός που τον μύησε στο δημοφιλές παιχνίδι στρατηγικής για κινητά τηλέφωνα «Last Empire - War Z». Μέχρι στιγμής περίπου 80 εκατομμύρια χρήστες εκτιμάται ότι έχουν κατεβάσει την εφαρμογή στα κινητά τους τηλέφωνα σε όλο τον κόσμο. Το συγκεκριμένο παιχνίδι ανήκει στην κατηγορία των Free to Play, δηλαδή των εφαρμογών που διατίθενται δωρεάν, αλλά στην πορεία ζητούν χρήματα από τους χρήστες για να τους δώσουν πρόσβαση σε αναβαθμισμένο περιεχόμενο. Πρόκειται για ένα σύστημα ανταμοιβής που έως ένα βαθμό θυμίζει πρακτικές της βιομηχανίας του τζόγου.

Ο Κώστας εκτιμά ότι έχει ξοδέψει 1.000 ευρώ στο παιχνίδι – ποσό σχετικά μικρό σε σύγκριση με τις συνήθειες άλλων. Οπως λέει, γνώρισε έναν 36χρονο ιδιωτικό υπάλληλο από το Χαλάνδρι που συνήθιζε να δίνει έως και 300 ευρώ τον μήνα στην εφαρμογή. Οπως συμβαίνει σε άλλες χώρες έτσι και στην Ελλάδα υπάρχουν ειδικές ομάδες στο WhatsApp και στο Facebook για να διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ των τακτικών παικτών.

Στο συγκεκριμένο παιχνίδι, οι συμμετέχοντες χτίζουν μια βάση και αναλαμβάνουν να τη θωρακίσουν από επιθέσεις. Στην πορεία μπορούν να πουλήσουν στο Διαδίκτυο τη βάση τους σε άλλον για να συνεχίσει εκείνος το παιχνίδι στη θέση τους. Ανάλογα με τα ποσά που έχουν δαπανήσει οι ίδιοι και το επίπεδο στο οποίο έχουν φτάσει διαμορφώνεται και το τίμημα που ζητούν. Σε ιστοσελίδα με σχετικές διεθνείς αγγελίες υπάρχουν βάσεις που κοστίζουν από 100 έως και 2.500 ευρώ.

Στο σύμπαν των βιντεοπαιχνιδιών οι χρήστες που συστηματικά ξοδεύουν ποσά σε τέτοιου είδους μικροσυναλλαγές αποκαλούνται «whales» («φάλαινες»). Η ορολογία είναι δανεική από τον κόσμο του τζόγου. Ετσι βαφτίζουν στα καζίνο τους παίκτες με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, τους οποίους προσπαθούν να δελεάσουν με ειδικές προσφορές. Το μοντέλο Free to Play και η διάδοσή του τα τελευταία χρόνια δείχνει και την αλλαγή φιλοσοφίας στον κόσμο της βιομηχανίας βιντεοπαιχνιδιών. Παλιά, στην εποχή της κονσόλας, οι παίκτες πλήρωναν μία φορά για έναν τίτλο όπως ακριβώς θα αγόραζαν ένα ζευγάρι παπούτσια. Πλέον πληρώνουν τμηματικά, μικροποσά, είτε για να επισπεύσουν την εξέλιξη του παιχνιδιού ή για να ξεκλειδώσουν κάποια παροχή που θα τους κάνει πιο αποδοτικούς έναντι άλλων παικτών.

«Εχει αλλάξει το κοινό»

«Η βιομηχανία των βιντεοπαιχνιδιών στις μέρες μας δεν έχει σχέση με ό,τι συνέβαινε πριν από 20 χρόνια. Εχει αλλάξει και το κοινό», λέει στην «Κ» ο Πέτρος Κηπουρόπουλος, αρθρογράφος επί χρόνια για θέματα gaming και τεχνολογίας που πλέον εργάζεται στη βιομηχανία βιντεοπαιχνιδιών. Οπως παρατηρεί, ο μέσος όρος ηλικίας των παικτών πλέον βρίσκεται στα 34 έτη. «Ο μέσος παίκτης δεν είναι το πιτσιρίκι, αλλά ένας ώριμος άνθρωπος σε παραγωγική ηλικία», λέει και προσθέτει ότι με την προβολή που λαμβάνει τελευταία το θέμα του εθισμού θα υπάρξει και αντίδραση από τον κόσμο του gaming. «Θεωρώ ότι θα σκύψουν πάνω από το ζήτημα», λέει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ