ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο ακαδημαϊκός λαϊκισμός του Ντέιβιντ Ράνσιμαν

ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ιδιαίτερα έχει συζητηθεί στον αγγλικό Τύπο το βιβλίο του καθηγητή Πολιτικών Επιστημών και επικεφαλής του τμήματος Πολιτικών και Διεθνών Σπουδών του Κέμπριτζ Ντέιβιντ Ράνσιμαν με τίτλο «How Democracy Ends» («Πώς η Δημοκρατία τελειώνει» εκδ. Profile). Η ανάγνωσή του, όμως, δεν αποζημιώνει τον αναγνώστη. Γιος ανιψιού του ιστορικού Στίβεν Ράνσιμαν, που μας έδωσε το σπουδαίο έργο για τις Σταυροφορίες, ο 51χρονος Ντέιβιντ αναφέρεται σε παραδείγματα απ’ όλον τον κόσμο, στη θλιβερή περίπτωση Τραμπ, ο οποίος ασφυκτιά μέσα στο δημοκρατικό πλαίσιο που θέτει το αμερικανικό σύνταγμα, αλλά και στην παρωδία Δημοκρατίας που σκηνοθετεί ο Βλαντιμίρ Πούτιν στη Μόσχα. Αφιερώνει, όμως, πολλές σελίδες και στο «ελληνικό παράδειγμα», επιχειρώντας μία έμμεση σύγκριση ανάμεσα στο 1967 και στην επιβολή της δικτατορίας και στο 2011(!) όταν ανέλαβε η κυβέρνηση Παπαδήμου. Η σύγκριση, όσο κι αν ο συγγραφέας τονίζει ότι το 2011 δεν επιβλήθηκε δικτατορία, αναπόφευκτα ρέπει προς τον ακαδημαϊκό λαϊκισμό.

Ο Ράνσιμαν τονίζει ότι η απότομη ολική έκλειψη της Δημοκρατίας, όπως αυτή που επιβλήθηκε από τους συνταγματάρχες στην Ελλάδα του 1967 δεν παρατηρείται σήμερα σχεδόν πουθενά, αλλά αντίθετα απλώνονται στον κόσμο οι αντιδημοκρατικές πρακτικές και συγκεκριμένα η προσπάθεια ελέγχου της Δικαιοσύνης, των ανεξάρτητων θεσμών και των μέσων ενημέρωσης από δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, που μεταμορφώνονται σε καθεστώτα τα οποία ανανεώνονται στην εξουσία με εκλογές-παρωδία. Το κρίσιμο λάθος του είναι ότι δεν μπόρεσε να συλλάβει ότι η κυβέρνηση Παπαδήμου το 2011, όχι μόνο δεν είναι παράδειγμα περιορισμένης λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών, όχι μόνο δεν ήταν απλώς «ένα πείραμα επιβολής της τεχνοκρατίας», όπως ισχυρίζεται, αλλά αντίθετα εξέφρασε την αντίσταση και τη θωράκιση της Δημοκρατίας απέναντι σε όσους «αγανακτισμένους» των δύο άκρων συνασπίζονταν για να την καταλύσουν με πειράματα διάλυσης της κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης, όπως ήταν τα «παράλληλα νομίσματα» και η «μονομερής χρεοκοπία» (που δυστυχώς κοντέψαμε να υποστούμε τέσσερα χρόνια μετά). Είναι δύσκολο να φτάσει στο Κέμπριτζ η πληροφορία ότι προχθές έκλεισαν τρία χρόνια από τότε που ο υπουργός Αμυνας ενημέρωσε τον ελληνικό λαό, παρουσία του πρωθυπουργού, πως μετά το δημοψήφισμα της απόλυτης Δημοκρατίας, «ο στρατός θα εγγυηθεί την ασφάλεια στο εσωτερικό της χώρας»;

Η κυβέρνηση Παπαδήμου όχι μόνο δεν αποτέλεσε μια «αναστολή της Δημοκρατίας», όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας, αλλά ψηφίστηκε από 255 βουλευτές, περισσότερους από κάθε άλλη κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης και εξασφάλισε το ψωμί και το γάλα, τη σύνταξη, τον μισθό και την ασφάλεια εκατομμυρίων πολιτών που ήταν έτοιμοι να παρασυρθούν από τους τσαρλατάνους έξω από το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα και να ζήσουν τη χρεοκοπία και την επιβολή μιας δικτατορίας αφρικανικού τύπου μπροστά στην οποία το 1967 θα έμοιαζε με εκδρομή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ