ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα παιδιά που γεννήθηκαν στα τέλη του 1989, όταν κατεδαφιζόταν το Τείχος του Βερολίνου –και, μαζί του, ο κόσμος όπως τον ξέραμε–, του χρόνου κλείνουν τα τριάντα· χρονικό διάστημα ικανό, κατά κανόνα, προκειμένου να μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει το παρελθόν ως ιστορία.

Σχεδόν μία γενιά, λοιπόν, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν στα ελληνικά δύο σύγχρονα βιβλία, που επιχειρούν να προσεγγίσουν με φρέσκια ματιά τον Στάλιν, τον κύκλο των στενών συνεργατών του και το σταλινικό καθεστώς, το οποίο διαμόρφωσε εν πολλοίς τον «σύντομο εικοστό αιώνα». Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφόρησε το βιβλίο του Ουκρανού ιστορικού Ολέγκ Χλεβνιούκ «Στάλιν, μια νέα βιογραφία», σε μετάφραση Πέτρου Γεωργίου, ενώ στο Μεταίχμιο οφείλουμε την έκδοση της μελέτης «Οι σύμβουλοι του Στάλιν», της Αυστραλέζας ιστορικού Σίλα Φιτζπάτρικ, σε μετάφραση Γιώργου Μπαρουξή.

Πέρα από τη χρονική απόσταση, είναι πολύ σημαντικό ότι οι έρευνες πλέον βασίζονται σε πλούσια δεδομένα πρωτογενών πηγών, καθώς τα αρχεία της ΕΣΣΔ, που άρχισαν σταδιακά να ανοίγουν στην έρευνα ήδη επί Γκορμπατσόφ, πέρασαν από το 1991 στα Κρατικά Αρχεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας και είναι πλέον διαθέσιμα· όχι όλα ανεξαιρέτως (και σε ποια χώρα επιτρέπεται πλήρης πρόσβαση στα αρχεία των μυστικών υπηρεσιών;). Πάντως άνοιξε το μεγαλύτερο μέρος και κυρίως σημαντικές ενότητες, μεταξύ αυτών το προσωπικό αρχείο του Στάλιν. Σε κάθε περίπτωση, όπως λέει στην εισαγωγή του ο Χλεβνιούκ, οι ιστορικοί έχουν αρχίσει να αντεπεξέρχονται στον «αρχειακό κατακλυσμό» των αρχών της δεκαετίας του ’90 – κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα ότι η ΕΣΣΔ παύει να αποτελεί «έναν γρίφο, τυλιγμένο μέσα σε ένα μυστήριο, κρυμμένο σ’ ένα αίνιγμα», όπως εύστοχα χαρακτήρισε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ το μυστικοπαθές και κλειστό σταλινικό κράτος, το μακρινό 1939.

Κειμενική ματριόσκα

Ο Χλεβνιούκ, μάλλον η σημαντικότερη σύγχρονη αυθεντία σχετικά με τον Στάλιν, επιχειρεί –νομίζω επιτυχώς– να συντάξει μια βιογραφία βασισμένη στο πλούσιο πρωτογενές υλικό, κρατώντας αποστάσεις από «ψευδοεπιστημονικά έργα υπεράσπισης», από θετικές ή αρνητικές «μυθολογίες» (που ενδεχομένως βασίζονται σε μαρτυρίες και απομνημονεύματα συγχρόνων του δικτάτορα, χωρίς όμως να μπορούν να διασταυρωθούν με βάση άλλα τεκμήρια) και κυρίως από τις ποικίλες «διακριτικές αναθεωρήσεις» πρόσφατων απολογητών του Στάλιν, που δεν αρνούνται τα εγκλήματα του καθεστώτος του αλλά καταφεύγουν σε τεχνάσματα για μεταφορά της ευθύνης σε άλλους αυτουργούς ή επινοούν ιστορικές «αναγκαιότητες» που τα καθιστούσαν «αναπόφευκτα» (θεωρία του «σταλινικού εκσυγχρονισμού»). Ο Χλεβνιούκ επέλεξε για το βιβλίο του μια δομή που ο ίδιος χαρακτηρίζει «ένα είδος κειμενικής ματριόσκα ή μπάμπουσκα. Η μία εννοιολογική αλυσίδα εξετάζει την προσωπικότητα και το σύστημα διακυβέρνησης του Στάλιν με φόντο τις τελευταίες του μέρες. Η άλλη, πιο συμβατικά χρονολογική, διανύει με τη σειρά τα κύρια στάδια του βίου του».

Η Φιτζπάτρικ καταπιάνεται με ένα θέμα πρωτότυπο και εξαιρετικά ενδιαφέρον: την ομάδα των στενών συνεργατών (αποκλειστικά ανδρών) του Στάλιν, τη «στάλινσκαγια κομάντα» –Αντρέγιεφ, Βοροσίλοφ, Ορτζονίκιτζε, Καγκανόβιτς, Μολότοφ, Μαλενκόφ, Μικογιάν, Μπέρια, Χρουστσόφ κ.ά.–, που διαμορφώθηκε στα χρόνια της εσωκομματικής πάλης, στη δεκαετία του ’20, παρέμεινε λίγο πολύ σταθερή για πάνω από τρεις δεκαετίες και απέδειξε την αποτελεσματικότητά της όταν μπόρεσε να ασκήσει την εξουσία και χωρίς τον Στάλιν, από τον θάνατό του το 1953 μέχρι το 1957, οπότε ο Χρουστσόφ αισθάνθηκε αρκετά ισχυρός ώστε να τη διαλύσει. Η Φιτζπάτρικ καταρρίπτει τον μύθο περί άχρωμων και άβουλων πειθήνιων οργάνων και αποδεικνύει πως ναι μεν ήταν αδιαφιλονίκητη η εξουσία του Στάλιν επί των υφισταμένων του, τους οποίους φρόντιζε να ταπεινώνει και να τρομοκρατεί τακτικά, πλην όμως, σε αντίθεση με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι, ο Σοβιετικός δικτάτορας είχε επιλέξει στελέχη με σημαντικές πολιτικές και διοικητικές ικανότητες, τα οποία είχαν και ασκούσαν πραγματική εξουσία: η ομάδα χρειαζόταν τον Στάλιν, αλλά και ο Στάλιν χρειαζόταν την ομάδα.
Φαίνεται όμως πως τον Στάλιν αισθάνονται πως τον χρειάζονται πολλοί και στη σημερινή Ρωσία. Αρκεί μια γενιά προκειμένου η «νοσταλγία» για μια –φαντασιακή, πλέον– σοβιετική αυτοκρατορία να καλύψει τη φρίκη της συλλογικής μνήμης για τον Μεγάλο Τρόμο της περιόδου 1936-38; Σε δημοσκοπήσεις των τελευταίων δύο ετών, πάντως, περισσότεροι από τους μισούς Ρώσους απαντούν πως θα επιθυμούσαν την επανασύσταση της ΕΣΣΔ και πως θεωρούν τον Ιωσήφ Στάλιν «θετική ιστορική μορφή».

H «χιλιόχρονη ιστορία»

«Το μέλλον είναι εύκολο να το προβλέψει κανείς», έλεγε ένα παλιό αντισοβιετικό ανέκδοτο, «αλλά το παρελθόν αλλάζει διαρκώς». Ο Πούτιν αυτοπροσώπως έχει φροντίσει να γραφτεί η «χιλιόχρονη ιστορία» της Ρωσίας, η οποία αποτελείται από σειρά βιογραφιών σημαντικών προσωπικοτήτων εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους, με μοναδικό κριτήριο επιλογής την «πατριωτική» τους σημασία. Στην ιστορία αυτή δεν χωρούν ήττες ή αμφιταλαντεύσεις, μόνο νίκες. Το σημερινό καθεστώς της Ρωσίας παρουσιάζεται ως φυσική (αναπόφευκτη) κατάληξη, ως κορύφωση της «χιλιόχρονης ιστορίας». Κεντρική θέση στην αφήγηση αυτή κατέχει ο «Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος», όπως αποκαλούν οι Ρώσοι τον Β΄ Παγκόσμιο.


Γεωργιανός νοσταλγός του Στάλιν, στη γενέτειρά του, Γκόρι, κατά την επέτειο των 60 χρόνων από τον θάνατο του Σοβιετικού ηγέτη, το 2013.

Ο Χλεβνιούκ παρατηρεί πολύ σωστά ότι «η νίκη του 1945 (σ.σ.: των Σοβιετικών επί των Ναζί) αποτέλεσε παράγοντα νομιμοποίησης του σταλινικού καθεστώτος και των καθεστώτων των διαδόχων του επί δεκαετίες μετά τον πόλεμο» (σ. 403). Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι αυτό εξακολουθεί να ισχύει και επί Πούτιν: μόλις τον περασμένο Ιανουάριο, απαγορεύτηκε στη Ρωσία, στη Λευκορωσία, στο Καζακστάν και στην Κιργιζία η ταινία του Αρμάντο Ιανούτσι «Ο θάνατος του Στάλιν», με το σκεπτικό, μεταξύ άλλων, ότι αποτελεί ύβρη απέναντι στους νεκρούς και στους εν ζωή βετεράνους του Β΄ Παγκοσμίου.

Βεβαίως, όταν βάζεις δίπλα δίπλα στο εικονοστάσι τσάρους, κομμουνιστές, μητροπολίτες και κοσμοναύτες, καταπατάς κάθε έννοια λογικής και κάθε κανόνα της ιστορικής επιστήμης. Το κάνεις, ωστόσο, αφενός γιατί το χρειάζεσαι (για να προσδώσεις κύρος στην εξουσία σου) αφετέρου γιατί μπορείς (αφού είσαι ο Πούτιν). Σε άρθρο του με τίτλο «Ο Πούτιν ως ιστορικός» (Φεβρουάριος 2017), ο Ιγκορ Τορμπακόφ του Πανεπιστημίου της Ουψάλας υπενθυμίζει ένα απόλυτα ταιριαστό απόσπασμα από το «Πνιν» (1957) του Ναμπόκοφ: «Για κάποιους η ιδανική Ρωσία αποτελείται από Κόκκινο Στρατό, ελέω Θεού Ηγεμόνα, κολχόζ, ανθρωπομορφισμό, ορθοδοξία και μπόλικα υδροηλεκτρικά εργοστάσια».

Υπό μία έννοια, λοιπόν, έχει δίκιο ο Πούτιν: η ρωσική αυτοκρατορική συνέχεια είναι πραγματική και ιστορικά σαφής. Και ο Στάλιν εξάλλου είχε αναγνωρίσει εγκαίρως τη σημασία της τσαρικής κληρονομιάς και είχε διατυπώσει ρητώς την άποψη ότι οι μπολσεβίκοι όφειλαν να διατηρήσουν και να επεκτείνουν την αχανή αυτοκρατορία που κληρονόμησαν. Ας μην ξεχνάμε πως ο Στάλιν, υπό τον κίνδυνο της ναζιστικής απειλής, εγκατέλειψε την ιδεολογία του προλεταριακού διεθνισμού και στράφηκε στο παρελθόν του ρωσικού πατριωτισμού, ενώ μάλιστα ο ίδιος ήταν Γεωργιανός: επέστρεψε στην παράδοση, στα σύμβολα και στους ήρωες του ηρωικού παρελθόντος –τον Μεγάλο Πέτρο, τον Αλέξανδρο Νιέφσκι και τον Ιβάν τον Τρομερό (διόλου τυχαία, οι τελευταίοι υπήρξαν ήρωες εξαιρετικών ταινιών του Αϊζενστάιν το 1938 και το 1945 αντίστοιχα)– και προχώρησε στη, μερική έστω, αποκατάσταση της Ρωσικής Εκκλησίας.

Η ρωσική εθνότητα

Μετά τον πόλεμο, ακολούθησε η επιβολή κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη και η ενίσχυση της πρωτοκαθεδρίας της ρωσικής εθνότητας εντός της πολυπολιτισμικής ΕΣΣΔ, με τη χρήση διώξεων, εκτελέσεων και βίαιης μετακίνησης πληθυσμών (διαδικασία που είχε αρχίσει από τη δεκαετία του 1930). Μέσα στον περίφημο «Νέο Σοβιετικό Ανθρωπο», τον οποίο το σταλινικό καθεστώς πάσχιζε να κατασκευάσει με λίγα καρότα για τη νομενκλατούρα και μπόλικο μαστίγιο για τους προλετάριους, κρυβόταν σαν σε μπάμπουσκα ο «Παλιός καλός Ρώσος ιμπεριαλιστής», κι αυτό υπήρξε ένας από τους παράγοντες που επέφεραν το τέλος της ΕΣΣΔ: «Σύμφωνα με τον Τζέφρι Χόσκινγκ», παρατηρεί ο Χλεβνιούκ, «το “ρωσικό ζήτημα”, που γεννήθηκε από την αντιφατική θέση της πολυπληθέστερης εθνότητας, των Ρώσων –ταυτόχρονα το προπύργιο της σοβιετικής αυτοκρατορίας κι ένα από τα κύρια θύματά της–, προήγαγε την αστάθεια και τελικά κατέστρεψε τη Σοβιετική Ενωση» (σ. 407).

* Ο κ. Γιώργος Τσακνιάς είναι ιστορικός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ