Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Το μπούγιο του Eθνους

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΔIAΓΩNIΩΣ

Κ​​άποιον Γατελούζο, Γενουάτη αυθέντη της Μήθυμνας, τον δάγκωσε σκορπιός – αντιπαθέστατο ζωύφιο που ευδοκιμεί στην περιοχή. Οι πόνοι του ήταν τέτοιοι που οι φωνές του έφταναν από το κάστρο του σε όλη την πόλη. Το αποτέλεσμα είναι ότι σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός έτρεξε να δει τι συμβαίνει. Από περιέργεια, εις ένδειξη συμπαράστασης στον άρχοντα ή για να απολαύσουν το μαρτύριο του δυνάστη. Μου αρέσει να φαντάζομαι ανάμεσά τους και μερικούς σιδερόφρακτους, απαραίτητους στο σκηνικό των χρόνων εκείνων. Φαντάζεστε το μπούγιο – τι ωραία λέξη. Φωνές, συμβουλές, να του δώσουμε το μαντζούνι της γριάς της Μπάμπως, αποκλείεται να μην είχε ο καθένας την άποψή του για το συμβάν. Oλοι αυτοί βέβαια δεν είχαν υπολογίσει το ξύλινο δάπεδο του δωματίου το οποίο, μη αντέχοντας τον συνωστισμό Ελλήνων και Γενουατών, κατέρρευσε. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Γατελούζος πήρε μαζί του στον άλλο κόσμο και αρκετούς από τους κατοίκους του ιστορικού τόπου. Eτσι λέει ο θρύλος, κι αν, αγαπητοί σχολιαστές, δεν το βρείτε στη Wikipedia, μη με τρελάνετε στη διόρθωση. Περί θρύλου πρόκειται. Oμως έχουν και οι θρύλοι την αξία τους.

Eχει και η εμπειρία τη δική της. Την παράδοση του μπούγιου την είχα ζήσει στη μεγάλη πυρκαγιά της Αττικής το 1981, δύο μήνες πριν από τον θρίαμβο του ελληνικού σοσιαλισμού. Hταν τότε που όλοι χλεύαζαν τον πρωθυπουργό Γεώργιο Ράλλη για την περίφημη δήλωσή του με τις κουκουνάρες. Οι περισσότεροι πίστευαν ότι οι πυρκαγιές ήταν «πολιτικές», όλα ήσαν «πολιτικά» στην Ελλάδα του 1981, ακόμη και οι τουαλέτες. Νέος δημοσιογράφος τότε συμμετείχα σ’ ένα κονβόι αυτοκινήτων που όργωνε όλη τη νύχτα την Πεντέλη για να ανακαλύψει τους εμπρηστές. Επικεφαλής ήταν ο μακαρίτης Νίκος Κακαουνάκης, με στολή εκστρατείας, αμάνικο γιλέκο με άπειρα τσεπάκια. Ορθιος στο τζιπ του, σαν τον Μοντγκόμερι στο Ελ Αλαμέιν, είχε εντοπίσει μια άσπρη Μερσεντές που πετούσε αναμμένα στουπιά. Δεν βρέθηκε ποτέ εννοείται. Εκτοτε η Ελλάδα έχει καεί πολλές φορές, άλλες τόσες έχει εξοπλισθεί για να αντιμετωπίζει έκτακτες ανάγκες, οργανώνεται για τους αέρηδες και τις νεροποντές όμως εντέλει, την κρίσιμη στιγμή παραδίδεται στη μεγάλη παράδοση του μπούγιου. Λες και κάθε πυρκαγιά είναι η πρώτη πυρκαγιά που ζούμε, λες και ανακαλύπτουμε τον κόσμο από την αρχή. Κάθε καταστροφή οφείλεται είτε σε «πρωτόγνωρες» συνθήκες, είτε σε «σκοτεινές δυνάμεις» – που εντέλει είναι το ίδιο.

Οι καταστροφές μας φέρνουν αντιμέτωπους με τον εαυτό μας. Φωνάζουμε για να εξορκίσουμε την ανασφάλειά μας, τις ενοχές μας. Το μπούγιο που ξεσηκώνουμε θυμίζει χορό πρωτόγνωρης φυλής που περιμένει να βρέξει για να σωθεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ