ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κεφαλαιακές αυξήσεις έως 1,9 δισ. στις τράπεζες «βλέπει» το Ταμείο

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

Το Ταμείο επισημαίνει την ανάγκη πιο φιλόδοξων στόχων για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, μέσω πωλήσεων, διαγραφών, πλειστηριασμών και μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τράπεζες

Σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου από 1,3 έως και 1,9 δισ. ευρώ μπορεί να οδηγήσει η ανάγκη για κάλυψη του ελλείμματος στα βασικά κεφάλαια για τις τρεις συστημικές τράπεζες (ΕΤΕ, Eurobank, Πειραιώς), των οποίων ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας, με βάση το δυσμενές σενάριο των stress tests, βρίσκεται κάτω από το όριο του 7,5% - 8%.

Αυτό σημειώνει στην έκθεσή του το ΔΝΤ, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα των stress tests, επισημαίνοντας παράλληλα ότι αν και τα αποτελέσματα δεν απαιτούν άμεσες ενέργειες, εντούτοις οι τράπεζες παραμένουν ευάλωτες σε δυσμενείς εξελίξεις και στις επικείμενες αποφάσεις των εποπτικών αρχών. Οι αναλυτές του Ταμείου επισημαίνουν την ανάγκη να μειωθεί η βαρύτητα που έχουν οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις –που αντιπροσωπεύουν πάνω από το 50% του δείκτη κεφαλαίων CET1– μέσω κεφαλαιακών ενισχύσεων στο άμεσο μέλλον. Πρώτη φορά ωστόσο οι αναλυτές του Ταμείου προκρίνουν, αντί των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου, την προσφυγή σε εργαλεία, όπως η έκδοση ομολόγων, που δεν θα οδηγούν σε απομείωση της θέσης των μετόχων. Σε μεσοπρόθεσμο άλλωστε ορίζοντα οι τράπεζες πρέπει να απορροφήσουν την επίπτωση των μέτρων για το IFRS 9 και να «χτίσουν» τις ελάχιστες απαιτήσεις για τα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις τους.

Σχολιάζοντας την έκθεση του ΔΝΤ για τις τράπεζες, αρμόδια στελέχη επισημαίνουν ότι πρώτη φορά το Ταμείο εγκαταλείπει τη σκληρή γραμμή για την ανάγκη ύπαρξης πρόσθετων κεφαλαίων ύψους 10 δισ. ευρώ και παραπέμπει στη συνολική έκθεση του SSM, που θα ενσωματώσει και στοιχεία του 2018. Επιπλέον πρώτη φορά επισημαίνει τα θετικά βήματα που έχουν γίνει για τις τράπεζες, εξάγοντας «ισορροπημένα» στη βάση ενός «εποικοδομητικού διαλόγου», σχολιάζουν χαρακτηριστικά τραπεζικά στελέχη.

Το Ταμείο επισημαίνει πάντως την ανάγκη πιο φιλόδοξων στόχων για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, μέσω πωλήσεων, διαγραφών, πλειστηριασμών και μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων. Οι αναλυτές του Ταμείου τάσσονται πάντως κατά της προοπτικής δημιουργίας μιας «κακής» τράπεζας, που θα δημιουργούσε νέους δημοσιονομικούς κινδύνους μέσω της παροχής κρατικών εγγυήσεων.

Ειδική αναφορά γίνεται στην έκθεση και για την περαιτέρω χαλάρωση των capital controls. Οι Αρχές έχουν έναν οδικό χάρτη για την περαιτέρω χαλάρωσή τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο της ρευστότητας και την κατάσταση της οικονομίας. Ωστόσο, πρόθεσή τους είναι η ταχεία άρση των περιορισμών, χωρίς περιττές καθυστερήσεις, που θα ήταν επιζήμιες όσον αφορά την ενίσχυση της εμπιστοσύνης, σημειώνει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ