ΕΛΛΑΔΑ

Τα «αμήχανα» αρχιτεκτονικά κελύφη του ελληνικού μοντερνισμού

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι ερειπιώνες της μοντέρνας αρχιτεκτονικής είναι διάσπαρτοι ανά την Ελλάδα και αυτό το φαινόμενο, από μόνο του, μας υπενθυμίζει όχι μόνο την αντικειμενική αδυναμία αξιοποίησης του κτιριακού αποθέματος της χώρας αλλά και την ταχύτητα με την οποία μεταβάλλονται τα δεδομένα αξιολόγησης μιας ορισμένης παραγωγής. Το ερείπιο του Ξενία στην Ανδρο, έργο του Αρη Κωνσταντινίδη, όπως και άλλα Ξενία στη χώρα (π.χ. το «μακεδονίτικο» της Καστοριάς, έργο του Χαράλαμπου Σφαέλλου, από τα πρώτα Ξενία), αθροίζεται σε μια μεγάλη σειρά καταλοίπων του αρχιτεκτονικού μοντερνισμού, μιας ευρύτερης πλέον περιόδου που συνοπτικά, για την Ελλάδα, μπορεί να έχει αφετηρία το 1930 και να φθάνει ώς τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Οσο απομακρυνόμαστε χρονικά από τον 20ό αιώνα, τόσο θα εισάγονται νέα εργαλεία κατανόησης και αποτίμησης. Προς το παρόν, στην ευρεία κοινή γνώμη ο μεταπολεμικός μοντερνισμός, σε όλη την αισθητική και ιδεολογική παλέτα του, παραμένει απαξιωμένος, διότι έχει παραμείνει εγκλωβισμένος σε μία μισοφωτισμένη περιοχή περίπου αχαρτογράφητη.

Μέσα σε μια γενική κοινωνική απαξία, ο μοντερνισμός των Ξενία, και εν προκειμένω του Ξενία της Ανδρου, είναι ένας και μόνο βραχίονας της αδυναμίας κατανόησης εκείνης της δημιουργικής έξαρσης μετά τον πόλεμο. Δεν εξετάζεται αν το συγκεκριμένο κτίριο είναι από τα καλύτερα ή όχι του Αρη Κωνσταντινίδη, ούτε αν το πνεύμα των Ξενία μπορεί να έχει κοινωνική και ιδεολογική αντιστοίχηση στον 21ο αιώνα. Προφανώς αυτά είναι ερωτήματα άλλης κατηγορίας. Αυτό που φαίνεται πρωτεύον όταν αντικρίζει κανείς το κουφάρι του Ξενία της Ανδρου είναι η τεράστια αμηχανία που προκαλεί. Μοιάζει με κήτος που ξεβράστηκε στην ακτή ή με κέλυφος που προήλθε από κάποια καταστροφή.

Αντικειμενικά είναι αδιανόητη η παράταση αυτής της ανορθογραφίας, που δεν είναι μόνο αισθητική (αλλά και η αισθητική παράμετρος είναι σημαντική). Η θέα αυτού του ερειπιώνα κερδίζει κάθε μέρα εχθρούς και όσο παρατείνεται αυτή η κατάσταση ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος του Ξενία, καθώς μέρα με τη μέρα παρασύρει σε αρνητικούς συνειρμούς. Η μάχη με την κοινή γνώμη έχει χαθεί. Αλλά αυτή η μάχη είναι σημαντική μάχη, που συχνά υποτιμάται.

Από την άλλη, η απόδοση όρων μνημείου σε κτίρια που εξ ορισμού δεν παρήχθησαν ως καλλιτεχνήματα ούτε συνδέθηκαν με ιστορικά γεγονότα εμπεριέχει μια αντίφαση. Ο ίδιος ο Αρης Κωνσταντινίδης θα διαφωνούσε πιθανώς με τη συλλήβδην ιεροποίηση του αντι-ακαδημαϊκού μοντερνισμού, αν και εδώ υπάρχει μία επιπλέον αντίφαση, καθώς αυτός ο αντισυμβατικός μοντερνισμός γεννιόταν μέσα από τη γραφειοκρατία ενός κρατικού προγράμματος, όπως ήταν τα Ξενία. Ακόμη και έτσι, όμως, η προσέγγιση των καταλοίπων του μοντερνισμού υπαγορεύεται από ένα ελάχιστο μέτρο κατανόησης της γέννησής τους, του σπέρματος εκείνης της αισθητικής αξίας που, αν και –αρχικά– στον αντίποδα του κατεστημένου, κατανοήθηκε από μία ορισμένη ελίτ του πνεύματος. Η περίπτωση του Ξενία της Ανδρου μάς συμπαρασύρει σε μια ευρύτερη συζήτηση για την τύχη πάμπολλων δειγμάτων του μεταπολεμικού μοντερνισμού, σε όλη την Ελλάδα, δειγμάτων σε διάφορες βαθμίδες αξίας, αλλά που αντανακλούν, στο σύνολό τους, μία φωτεινή εποχή δημιουργίας. Οι επόμενες γενιές θα αναζητήσουν τα κτίρια αυτά όταν οι γενιές που διαχειρίζονται την τύχη τους εκλείψουν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ