ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κλιματική αλλαγή

Η προσπάθεια ανάσχεσης της κλιματικής αλλαγής και προετοιμασίας για τις επιπτώσεις της, όχι μόνο δεν επιφέρει οικονομική ζημία, αλλά μπορεί να είναι οικονομικά επωφελής και συμφέρουσα σε επίπεδο κοινωνίας. Δεν πρόκειται για ισχυρισμούς οικολογικών οργανώσεων ή ριζοσπαστικών περιβαλλοντικών κινημάτων, αλλά για μελέτες που εκπορεύονται από συστημικούς πυλώνες. Η Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ) έχει αναλάβει έναν σημαντικό ρόλο σε αυτό το πεδίο, συγκροτώντας την Επιτροπή Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ), με σκοπό να συμβάλει στην ανάδειξη των κινδύνων αλλά και των δυνατοτήτων της κλιματικής αλλαγής. Η ΤτΕ πρωτοπορεί, καθώς είναι μία από τις ελάχιστες κεντρικές τράπεζες διεθνώς που έχουν αναπτύξει ανάλογη δραστηριότητα.

«Οι μελέτες της ΕΜΕΚΑ έχουν δείξει πως το κόστος της κλιματικής αλλαγής για την ελληνική οικονομία, εάν δεν υπάρξει δράση για την αντιμετώπισή της σε παγκόσμιο επίπεδο, προβλέπεται ιδιαίτερα υψηλό και αναμένεται έως το 2100 να ξεπεράσει τα 700 δισ. ευρώ. Δράσεις προσαρμογής, οι οποίες θωρακίζουν έγκαιρα απέναντι στις επιπτώσεις και μετριάζουν τις ζημίες, εκτιμήθηκε ότι θα διασφαλίσουν μείωση του κόστους από την κλιματική αλλαγή στην Ελλάδα σχεδόν κατά 30%», λέει στην «Κ» η κ. Θεοδώρα Αντωνακάκη, επιστημονική γραμματέας της επιτροπής.

Στην παραπέρα επεξεργασία για το πώς μπορεί η οικονομική και η νομισματική πολιτική να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις που εγείρει η κλιματική αλλαγή, έρχεται να συμβάλει μια νέα έκθεση της ΕΜΕΚΑ της Τράπεζας της Ελλάδας, με τίτλο «Τα οικονομικά της κλιματικής αλλαγής» και συγγραφείς τους Γ. Οικονομίδη, Α. Παπανδρέου, Ευτ. Σαρτζετάκη και Α. Ξεπαπαδέα.

Διεθνείς επιπτώσεις

Η νέα έκθεση πραγματοποιεί μια ολοκληρωμένη παρουσίαση των σύγχρονων προσεγγίσεων των οικονομικών της κλιματικής αλλαγής με ιδιαίτερη έμφαση στον έλεγχο της «κλιματικής εξωτερικότητας». «Με τον όρο κλιματική εξωτερικότητα εννοούμε τις αρνητικές διεθνείς επιπτώσεις που έχει η οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την εκπομπή μεγάλων ποσοτήτων αερίων του θερμοκηπίου, εις βάρος της παγκόσμιας ευημερίας. Πρόκειται για μια αστοχία της αγοράς, που απαιτεί παρέμβαση», εξηγεί η κ. Αντωνακάκη.

Η νέα έκθεση θέτει «τα θεμέλια για την αντιμετώπιση ενός σημαντικού ζητήματος που δεν έχει αναλυθεί επαρκώς, του ρόλου της νομισματικής πολιτικής υπό συνθήκες παγκόσμιας αύξησης της θερμοκρασίας», σημειώνεται στην εισαγωγή. Η κλιματική αλλαγή θα επηρεάσει την ανάπτυξη, τόσο από την άποψη της παραγωγής όσο και της παραγωγικότητας. «Η οικονομική πολιτική για τη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων, με μέτρα όπως ο φόρος άνθρακα, μπορεί να αλλάξει τόσο τις συγκεκριμένες τιμές όσο και το γενικό επίπεδο τιμών. Αυτή η κατάσταση εγείρει νέες προκλήσεις στις κεντρικές τράπεζες, πέραν του παραδοσιακού ρόλου τους σχετικά με τον έλεγχο του πληθωρισμού και την επιδίωξη σταθεροποίησης», σημειώνουν.


Υπάρχουν Αύγουστοι στην Αθήνα οι οποίοι είναι αφόρητοι και για τα πετεινά του ουρανού...

«Συνολικά ανοίγει η συζήτηση για έναν πιο ενεργητικό ρόλο των κεντρικών τραπεζών, ώστε να συμβάλουν στη μετάβαση σε μια οικονομία με χαμηλές εκπομπές άνθρακα», λέει η κ. Αντωνακάκη. Για παράδειγμα, αυτό θα μπορούσε να εκφραστεί στην ενίσχυση συγκεκριμένων επενδύσεων, που συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ακόμα και με μέτρα «πράσινης ποσοτικής χαλάρωσης». Αντίστροφα, με την αποθάρρυνση της «καφέ» οικονομικής δραστηριότητας, που σχετίζεται με καύση υδρογονανθράκων.


...και υπάρχουν κι άλλοι, κατά τους οποίους οι τουρίστες αναρωτιούνται αν βρίσκονται στην Αθήνα ή στο Λονδίνο.

Η σύμπτωση της περιβαλλοντικής με την οικονομική κρίση δεν πρέπει να οδηγεί σε λογικές αναβολής των μέτρων για την κλιματική αλλαγή, αλλά σε επίσπευσή τους, καθώς αποτελούν παρεμβάσεις με άμεση θετική επίδραση. Τέτοια μέτρα περιλαμβάνονται στην Εθνική Στρατηγική Προσαρμογής στην Κλιματική Αλλαγή, το σχέδιο της οποίας συνέταξε η ΕΜΕΚΑ της ΤτΕ σε συνεργασία με το υπουργείο Περιβάλλοντος και την Ακαδημία Αθηνών. «Αμεσα οφέλη μπορούν να επιτευχθούν με μέτρα χαμηλού κόστους, όπως η μόνωση των κτιρίων, που περιορίζουν την τρωτότητα και την έκθεση στη σημερινή μεταβλητότητα του κλίματος. Χρειάζεται να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής στοχευμένα σε ευάλωτες στην κλιματική αλλαγή ομάδες, όπως τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος, που δεν έχουν τους απαραίτητους πόρους για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που δημιουργούνται από τις αλλαγές, ούτε να χρηματοδοτήσουν μέτρα μείωσης των εκπομπών και μέτρα προσαρμογής», υπογραμμίζει η κ. Αντωνακάκη. Σημαντικές θετικές επιδράσεις στην απασχόληση έχει η ανάπτυξη των «πράσινων υποδομών» (π.χ. μικρά αντιπλημμυρικά έργα) που συμβάλλουν στην προσαρμογή, μειώνοντας τον κίνδυνο φυσικών καταστροφών. Αντιστοίχως, επεμβάσεις μετριασμού του φαινομένου θερμικής νησίδας στις πόλεις, προστασία και ανάπτυξη των δασών και των δασικών οικοσυστημάτων. «Ετσι, η προσαρμογή μπορεί να πετύχει διπλό όφελος: προστασία από την κλιματική αλλαγή (οικονομικό και περιβαλλοντικό όφελος) και ενδυνάμωση της οικονομίας (αναπτυξιακό όφελος)», τονίζει η ίδια.

Νέες στρατηγικές

Θα χρειαστούν νέες στρατηγικές ανάπτυξης. Για παράδειγμα, η κλιματική αλλαγή θα επιφέρει σημαντικά αρνητικά αποτελέσματα στον τουρισμό, εάν συνεχιστεί το ίδιο μοντέλο. «Με γεωγραφική και εποχική αποκέντρωση των παρεχόμενων υπηρεσιών όμως, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο το φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον, ο ελληνικός τουρισμός θα μπορούσε να έχει σημαντικά οφέλη, καθώς οι κλιματικές συνθήκες την άνοιξη και το φθινόπωρο αναμένεται να βελτιωθούν σημαντικά», σημειώνει η κ. Αντωνακάκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ