ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε δύο ημέρες, στις 4 Σεπτεμβρίου, πρόκειται να κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ το «Small Fry», αυτοβιογραφικό βιβλίο της πρωτότοκης κόρης του Στιβ Τζομπς με τις αναμνήσεις της από την ταραχώδη σχέση με τον θρυλικό πατέρα της. Η συγγραφέας ονομάζεται Λίζα Μπρέναν-Τζομπς, είναι σαράντα χρόνων, σύζυγος ενός επί πολλά χρόνια υπαλλήλου της Microsoft που μόλις ξεκινά μια δική του επιχείρηση, και μητέρα ενός μικρού αγοριού.

Αυτές και άλλες πολλές πληροφορίες για την προσωπική της ζωή όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, επτά χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα της, περιλαμβάνονται στο εξαιρετικό πορτρέτο που η δημοσιογράφος Νέλι Μπόουλς έκανε για τους New York Times (ΝΥΤ), με αφορμή την επικείμενη έκδοση του βιβλίου. Μέχρι τώρα η Λίζα Μπρέναν-Τζομπς είχε συνειδητά αποφύγει τη δημοσιότητα και είχε καταφέρει να «ξεφύγει» από τους βιογράφους του πατέρα της. Δεν συμφωνούσε με τον τρόπο που η ιδιόρρυθμη, ενίοτε εξοργιστική και τον περισσότερο καιρό δύσκολη, προσωπικότητά του είχε αποδοθεί. Επιπλέον, όπως είπε η ίδια στην Μπόουλς, «δεν ήθελε να είναι το σκοτεινό σημείο μιας καταπληκτικής ιστορίας».

Η δημοσιογράφος τη συνάντησε πολλές φορές, μίλησε με τη μητέρα της και τον σύζυγό της, την επισκέφθηκε στο σπίτι της και την άκουσε να εξομολογείται τις σκέψεις και τους φόβους της απέναντι στα γραπτά της, που ήδη έχουν δημιουργήσει συζήτηση: «Πρόθεσή της», γράφει η Νέλι Μπόουλς, «είναι οι αναγνώστες να μάθουν ότι ο Στιβ Τζομπς απέρριπτε επί χρόνια την κόρη του, αλλά ότι εκείνη τον συγχώρησε. Τον αγαπά, και επιθυμεί η σκηνή του βιβλίου στην οποία οι δυο τους κάνουν πατίνια και γελούν να γίνει εξίσου γνωστή με εκείνη στην οποία αυτός της δηλώνει ότι δεν πρόκειται να κληρονομήσει τίποτε». Προφανώς η μεγάλη της ανησυχία είναι μήπως οι αναγνώστες της εστιάσουν αποκλειστικά στις στιγμές που ο κυκλοθυμικός Τζομπς συμπεριφερόταν απέναντί της προσβλητικά και τυραννικά. Γι’ αυτόν τον λόγο κάθε δυσάρεστη ανάμνηση από εκείνον –και είναι πολλές– μοιάζει την ίδια στιγμή να «ανασκευάζεται» στη μνήμη της και να δικαιολογείται. Ετσι, όταν της δήλωσε ότι το Apple κομπιούτερ «Lisa» δεν ονομάστηκε προς τιμήν της, δεν ήθελε να πει ένα σκληρό ψέμα σε ένα μικρό παιδί, αλλά να του διδάξει πώς να μη «βολεύεται στη δική του επιτυχία». Οταν αρνήθηκε να εγκαταστήσει κεντρική θέρμανση στο υπνοδωμάτιό της, ήταν για να της ενσταλάξει το δικό του «σύστημα αξιών». Οταν, ετοιμοθάνατος πλέον στο νοσοκομείο, της είπε ότι «μυρίζει σαν τουαλέτα», αυτό δεν ήταν ένα άθλιο σχόλιο αλλά η απλή απόδειξη της «ειλικρίνειάς» του.


Η Λίζα όταν ήταν τριών ετών, στην αγκαλιά της μητέρας της Κρίσαν Μπρέναν.

Η Λίζα Μπρέναν-Τζομπς αποκαλύπτοντας την παιδική της ηλικία, μας δίνει πληροφορίες που σοκάρουν, ενώ την ίδια στιγμή αναρωτιέται «μήπως έχει αποτύχει να εκφράσει τη γλυκύτητα του πατέρα της και την καταπληκτική ευχαρίστηση που ένιωθε όταν βρισκόταν μαζί του – κι εκείνος ήταν στις καλές του», όπως είπε σε μια συνέντευξή της στους ΝΥΤ. Στα γραφόμενα και στις δηλώσεις της είναι προφανής η αμφιθυμία προς την αλλοπρόσαλλη πατρική φιγούρα. «Τον φοβόμουν», εξομολογείται στο βιβλίο, «και την ίδια στιγμή αισθανόμουν μια συγκλονιστική, ηλεκτρισμένη αγάπη». Εκείνο που μας κάνει να αναρωτιόμαστε είναι πώς είναι δυνατόν να φαντάζεται ότι παρά τα όσα περιγράφει, είναι δυνατόν να σκεφτούμε θετικά για εκείνον.

Η αλήθεια είναι ότι δεν περιμέναμε το «Small Fry» για να μάθουμε τον βίο και την πολιτεία του ανθρώπου που η επιχειρηματικότητα και η διάνοιά του χαρακτήρισαν το τέλος του 20ού αιώνα. Χάρη σε καμιά δεκαριά βιογραφίες και ταινίες ξέρουμε ότι ο Στιβ Τζομπς έγινε πατέρας της στα 23 του χρόνια, αλλά αρνήθηκε να την αναγνωρίσει ακόμη κι όταν αποδείχθηκε η πατρότητα από τον έλεγχο του DNA. Επίσης, γνωρίζουμε ότι έδωσε ελάχιστη συναισθηματική και οικονομική υποστήριξη στην πρωτότοκη κόρη του, μολονότι ήταν πάμπλουτος. Ομως η προσωπική του ζωή δεν υπήρξε εξίσου επιτυχημένη με την επαγγελματική.

Τα δάκρυα και η συγγνώμη που δεν της είπε ποτέ ολόκληρη

Το φόντο στο οποίο τοποθετεί η συγγραφέας την παιδική της ζωή, με ή χωρίς τον Τζομπς, είναι η δεκαετία του ’80 στη Σίλικον Βάλεϊ, όπου συνυπήρχαν οι καλλιτέχνες και οι ειδικοί της τεχνολογίας, και ένας πακτωλός χρημάτων άρχιζε να διαμορφώνει το νέο τοπίο. Η μικρή Λίζα πέρασε την παιδική της ηλικία κοντά στην καλλιτέχνιδα μητέρα της Κρίσαν Μπρέναν με την οικονομική βοήθεια της κρατικής πρόνοιας, αποκομίζοντας τα οφέλη της πατρικής ευημερίας κατά την εφηβεία της.

Διότι καθώς προχωρά η αφήγηση των αναμνήσεων στο «Small Fry», ο Στίβεν Τζομπς αρχίζει να ενδιαφέρεται για την πρωτότοκη κόρη του, την επισκέπτεται συχνότερα στο σπίτι της και σταδιακά περνά από την αδιαφορία στην εμμονή: τη δέχεται στο σπίτι όπου ζει με τη σύζυγο και την οικογένειά του, και προσπαθεί μανιωδώς να την κάνει άξιο μέλος της – ό,τι κι αν αυτό σήμαινε για εκείνον. Αφού της απαγόρευσε επί ένα εξάμηνο να συναντήσει τη μητέρα της ώστε να ισχυροποιηθεί η σύνδεση με τη νέα της οικογένεια, άρχισε να ελέγχει απολύτως τη ζωή της. Τον ενοχλούσε η λέσχη της όπερας στην οποία ήταν μέλος, και ο χρόνος που αφιέρωνε για να εκλεγεί πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου της τάξης της. «Δεν πρόκειται να προχωρήσει αυτό», της έλεγε. «Δεν θα καταφέρεις ποτέ να γίνεις μέλος αυτής της οικογένειας. Δεν είσαι ποτέ εδώ. Αν θέλεις πραγματικά να είσαι μέλος της οικογένειας, πρέπει να διαθέσεις χρόνο». Για να καθησυχάσει τον πατέρα της, η Μπρέναν-Τζομπς άλλαξε σχολείο διαλέγοντας κάποιο που βρισκόταν πιο κοντά στο σπίτι του, αλλά επέμεινε να γίνει αρχισυντάκτρια της σχολικής εφημερίδας.


Το αυτοβιογραφικό βιβλίο «Small Fry» της Λίζα Μπρέναν-Τζομπς θα κυκλοφορήσει μεθαύριο στις ΗΠΑ.

Μετά το κολέγιο, έφυγε από τις ΗΠΑ και εργάστηκε για ένα διάστημα στον οικονομικό κλάδο, στο Λονδίνο και στην Ιταλία. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με το σχέδιο και μετά, ως εξωτερική συνεργάτις άρχισε να γράφει σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Ξεκίνησε να μαζεύει το υλικό που θα γινόταν η αυτοβιογραφία της λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα της το 2011. Ταξίδεψε στην παλιά της γειτονιά, συνάντησε γείτονες και κουβέντιασε με πρώην συντρόφους της μητέρας της. Ωστόσο η έκδοση καθυστέρησε επειδή δεν ήθελε να πιεστεί, και τελικά επέλεξε έναν μικρό εκδοτικό οίκο που της έδωσε χρόνο και κατανόηση. Το αποτέλεσμα αυτής της καθυστέρησης είναι ότι το βιβλίο εκδίδεται σε μια χρονική συγκυρία που ευνοεί τις γυναικείες «φωνές», και μάλιστα τις μαρτυρίες εκείνων που παραγκωνίστηκαν από ισχυρές ανδρικές φυσιογνωμίες. Παρ’ όλα αυτά η ίδια εξακολουθεί να τονίζει ότι πρόθεσή της ήταν να αποδώσει με το «Small Fry» το οικογενειακό της πορτρέτο, και ανησυχεί μήπως τελικά μιλάει περισσότερο για την πατρική κληρονομιά παρά για τον εαυτό της, δίνοντάς μας τη βιωματική ιστορία μιας νέας γυναίκας.

Αντιδράσεις

Ηδη κάποια πρώτα αντίτυπα του «Small Fry» έχουν κυκλοφορήσει μεταξύ συγγενών και φίλων. Η μητέρα της, που στο βιβλίο περιγράφεται ως ευμετάβλητη και συναισθηματικά ασταθής, είπε ότι η ανάγνωση την τάραξε, όμως το βιβλίο «ήταν σκληρό αλλά σωστό». Η θετή της οικογένεια, μέσω της αδερφής της Μόνα Σίμσον, δήλωσε στους ΝΥΤ: «Η Λίζα είναι μέλος της οικογένειάς μας, συνεπώς λυπόμαστε βλέποντας ότι υπάρχουν δραματικές διαφορές ανάμεσα σε αυτά που διαβάσαμε και στις δικές μας αναμνήσεις. Η εικόνα του Στιβ δεν είναι εκείνη του συζύγου και του πατέρα που εμείς γνωρίζουμε».


Ο Στιβ Τζομπς με την κόρη του, σε χαρούμενες στιγμές στο τραμπολίνο.

Προς το τέλος της ζωής του, ο Τζομπς τελικά ζήτησε συγγνώμη στη μεγάλη κόρη του. Της λέει ότι λυπάται επειδή δεν της αφιέρωσε περισσότερο χρόνο, επειδή την απογοήτευσε στην ενήλικη ζωή της ξεχνώντας τα γενέθλιά της και αφήνοντας αναπάντητα τα τηλεφωνήματά της.

Εκείνη τον παρηγορεί αναγνωρίζοντας πως ήταν πολύ απασχολημένος. Εκείνος κλαίει και της επαναλαμβάνει συνεχώς: «Σου χρωστώ μία». Αλλά τη φράση της μεταμέλειας δεν μπόρεσε ποτέ να την πει ολόκληρη...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ