ΒΙΒΛΙΟ

Η «κάθαρση» μιας συγγραφέως

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

Η συγγραφέας Λίντια Ντέιβις (στη φωτ. με το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ ανά χείρας, το 2013). Το μυθιστόρημά της «Το τέλος της ιστορίας» δεν απέχει πολύ από τα σύντομα διηγήματα με τα οποία έχει κερδίσει την καταξίωση.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

LYDIA DAVIS
To τέλος της ιστορίας
μτφρ.: Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Παπαδόπουλος, σελ. 265

Το τέλος της ιστορίας είναι ένα μυθιστόρημα για έναν έρωτα που έληξε μάλλον άδοξα σε μια ανώνυμη αμερικανική πόλη της Δυτικής Ακτής. Είναι, επίσης, ένα μυθιστόρημα για... την προσπάθεια να γράψεις ένα μυθιστόρημα. Στον πρώτο, και τελευταίο μέχρι στιγμής, πειραματισμό της με τη μεγάλη φόρμα, η διάσημη για τις σύντομες (ή πολύ σύντομες) ιστορίες της Λίντια Ντέιβις αφήνει τον αναγνώστη να διεισδύσει βαθιά στην ψυχοσύνθεση μιας συγγραφέα, που αγωνίζεται να μετατρέψει ασυνάρτητες σκέψεις, θολές αναμνήσεις και αδύναμες σπίθες έμπνευσης σε κάτι πιο ουσιαστικό και ανθεκτικό στον χρόνο.

Σε αντίθεση με την ηρωίδα της, η Ντέιβις διαθέτει την απαιτούμενη πειθαρχία και ικανότητα συγκέντρωσης για να ολοκληρώσει το έργο της, δεν είναι όμως δύσκολο για τον αναγνώστη να φανταστεί και την ίδια να βηματίζει πάνω κάτω σε ένα δωμάτιο γεμάτο βιβλία και να ταξινομεί πυκνογραμμένες σελίδες σε κουτιά με την επιγραφή «υλικό προς χρήση» ή «ακατάλληλο προς χρήση υλικό».

Δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομα της αφηγήτριας, ούτε το δυσπρόφερτο όνομα του εραστή της. Κατά τ’ άλλα μας αποκαλύπτεται σχεδόν ολοκληρωτικά, με όλες τις ανασφάλειες, τους εγωισμούς και κυρίως την αυτοκαταστροφική της συνήθεια να παρακολουθεί τον εαυτό της ως εξωτερικός, αποστασιοποιημένος παρατηρητής, αναλύοντας την κάθε της σκέψη – προσφιλής συνήθεια αμέτρητων συγγραφέων και τρόφιμων ψυχιατρείων. 

Η αφήγηση ακολουθεί τη ροή της συνείδησης και κινείται σε τουλάχιστον τρία επίπεδα: Στο πρώτο, μια καθηγήτρια πανεπιστημίου, μεταφράστρια και επίδοξη μυθιστοριογράφος γνωρίζει έναν κατά πολύ νεότερό της άντρα. Παρακολουθούμε την εξέλιξη της σχέσης τους αποσπασματικά, χωρίς αυστηρή χρονολογική σειρά και ξέροντας εξ αρχής πως στο τέλος ο νεαρός θα την εγκαταλείψει, με αποτέλεσμα η σκέψη του να της γίνει εμμονή. Στο δεύτερο επίπεδο, η ηρωίδα ανακαλεί τα γεγονότα στη μνήμη της καθώς προσπαθεί να τα μεταφέρει στο χαρτί, αρκετά χρόνια αργότερα και ενώ πλέον συζεί με έναν άλλο άντρα σε μία διαφορετική πόλη. Παράλληλα εξελίσσεται ο διαρκής εσωτερικός μονόλογος της αφηγήτριας (ή της συγγραφέως;), ο οποίος μπορεί να ερμηνευθεί και ως νοητή συνομιλία με τον αναγνώστη. Η τάση της να μας υπενθυμίζει διαρκώς πως η ιστορία της είναι εν πολλοίς κατασκευασμένη ενδεχομένως θα ενοχλήσει ελαφρώς όσους ταυτίζουν την καλή λογοτεχνία με τα βιβλία, που σε απορροφούν ολοκληρωτικά στο σύμπαν τους κλείνοντας τον υπόλοιπο κόσμο απέξω.

«Αντιλαμβάνομαι ότι απομακρύνομαι κάπως από την αλήθεια, σε κάποια σημεία εντελώς τυχαία, σε άλλα σκοπίμως. Ανακατατάσσω αυτό που πραγματικά συνέβη έτσι ώστε να είναι όχι μόνο λιγότερο συγκεχυμένο και πιο πιστευτό, αλλά και πιο αποδεκτό ή ευπρόσδεκτο», παραδέχεται με αφοπλιστική, αν όχι κυνική, ειλικρίνεια. Κι όμως, αυτή ακριβώς η «ιδιαιτερότητα» είναι που καθιστά το «Τέλος της ιστορίας» πραγματικά ενδιαφέρον και ενίοτε εθιστικό – εθιστικό όσο ένα τηλεπαιχνίδι ριάλιτι, που μας παρέχει πρόσβαση στις πιο προσωπικές στιγμές των παικτών του, προκαλώντας στους θεατές αμηχανία ανάμεικτη με ενοχή και μια ανεξέλεγκτη επιθυμία να συνεχίσουν να βλέπουν.

Για την ηρωίδα, και ενδεχομένως για την ίδια την Ντέιβις, κύριος στόχος της γραφής δεν είναι η ψυχαγωγία του κοινού ούτε η πιστή καταγραφή των γεγονότων, αλλά η κάθαρση του συγγραφέα. Ανατέμνει τις αναμνήσεις της με χειρουργική ακρίβεια και εξομολογείται τα συναισθήματά της με την ψυχρή αποστασιοποίηση ενός συντάκτη αστυνομικών αναφορών, επιστρέφοντας συχνά σε όσα έχει ήδη γράψει για να αναθεωρήσει τη θέση της.

Ξαναζώντας τις πιο όμορφες και τις πιο επώδυνες στιγμές αυτού του σύντομου έρωτα, έχει την ελπίδα πως θα καταφέρει να κλείσει οριστικά ένα κεφάλαιο της ζωής της, ξεφεύγοντας από τα φαντάσματα του παρελθόντος. Είναι, επίσης, ένας τρόπος να πάρει την εκδίκησή της από τον άνθρωπο που την πλήγωσε, να τον κάνει πραγματικά και αμετάκλητα «δικό της» μετατρέποντάς τον σε λογοτεχνικό ήρωα και άρα σε υποχείριο των διαθέσεων του συγγραφέα. Κατά μία έννοια, το πρώτο μυθιστόρημα της Ντέιβις δεν απέχει πολύ από τα σύντομα διηγήματα, με τα οποία έχει κερδίσει την καταξίωση. Μόνο που, αυτή τη φορά, μας αποκαλύπτει ολόκληρο το παρασκήνιο της ιστορίας, όλες τις αποτυχημένες απόπειρες και τις δεύτερες σκέψεις του σκηνοθέτη, σαν ένα ολοκληρωμένο φιλμ μυθοπλασίας που εν τέλει αποδεικνύεται ότι απλώς παρακολουθεί τα γυρίσματα μιας ταινίας μικρού μήκους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ