Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Περί ιδιωτικών ΑΕΙ και κυβερνήσεων

Κύριε διευθυντά
Σε κύριο άρθρο της εφημερίδας σας στις 5/9 αναγράφεται ότι η Ν.Δ. επιβάλλεται, μεταξύ άλλων (επί λέξει), «να μιλήσει θαρραλέα για θέματα όπως η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων».

Υπενθυμίζεται, λοιπόν, ότι ο προβληματισμός γι’ αυτό το θέμα είναι παλαιότατος, π.χ. τον Σεπτέμβριο του 2013 σε «Γράμματα Αναγνωστών» της εφημερίδας σας αναγραφόταν η προσδοκία του γράφοντος για «τη σύνταξη νόμου που να επιτρέπει τη δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων», αλλά και αργότερα, στις 29/4/14, πάλι στην εφημερίδα σας και ειδικότερα στα «Σήμερα» της πρώτης σελίδας σας, αναγραφόταν, εκ νέου, η άποψή σας «για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων».

Η Ν.Δ., όμως, τότε, αλλά ούτε στα προηγούμενα 10 χρόνια που κυβερνούσε, δεν προέβη σε σχετική νομοθεσία. Αυτό να μην λησμονάται σήμερα, ότι είναι κάτι που απαλλάσσει, μερικώς, την τωρινή σοσιαλίζουσα κυβέρνηση από τις ευθύνες της και, αντιθέτως, επιβαρύνει τους προηγούμενους κυβερνώντες για τη δική τους απραξία.

Βασ. Σωτηροπουλος, Γεωτεχνικός μηχανικός, Κηφισιά

Θα ολοκληρωθεί ποτέ αυτή η δίκη;

Κύριε διευθυντά
Η μεγαλύτερη ζημία που έχει προκαλέσει η διαιώνιση της δίκης της Χρυσής Αυγής ίσως δεν είναι η δικαιολογημένη αντίδραση για την ατιμωρησία του δράστη, που έχει ομολογήσει την πράξη του. Είναι, νομίζω, ο ευτελισμός του τρόπου απονομής της δικαιοσύνης, με τη δικαιολογία ότι δεν επαρκούν το προσωπικό, τα τεχνικά μέσα και οι διαθέσιμοι χώροι. Δηλαδή κραυγαλέα ομολογία αδυναμίας της επιτέλεσης του έργου της δικαιοσύνης, που οδηγεί –χωρίς υπερβολή– σε κατάλυση της λειτουργίας του πολιτεύματος.

Τα σφάλματα που έχουν οδηγήσει τη συγκεκριμένη δίκη στη σημερινή τραγελαφική κατάσταση είναι, κατά την άποψή μου, δύο. Πρώτον και μέγιστον, ο μη διαχωρισμός της διαδικαστικώς απλούστατης υποθέσεως της ανθρωποκτονίας από την, τουλάχιστον αμφιλεγόμενη, κατηγορία για συμμετοχή του δολοφόνου σε εγκληματική οργάνωση (κατά την έννοια του άρθρου 187 και επ. του Ποινικού Κώδικα) με μεγάλη «έκταση» αποδεικτικού υλικού και πλήθος κατηγορουμένων και μαρτύρων. Αυτό έχει ήδη επισημανθεί και σχολιασθεί.

Το δεύτερο σφάλμα, που δεν συζητείται καθόλου, είναι η γενικώς εφαρμοζόμενη (ιδίως σε δίκες μεγάλης «ακροαματικότητας») δικαστική πρακτική στον τρόπο εξετάσεως των μαρτύρων. Προκειμένου να αποφύγουν «δυσκολίες», ακόμα και προστριβές, με τους υπερασπιστές των διαδίκων κατά την ακροαματική διαδικασία, οι προεδρεύοντες αφήνουν την εξέταση των μαρτύρων χωρίς να παρεμβαίνουν για να την περιορίσουν. Εντούτοις το άρθρο 223 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας καθορίζει σαφέστατα τα όρια των μαρτυρικών καταθέσεων, ως εξής: «Ο μάρτυρας εξετάζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 239 (συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να βεβαιωθεί η τέλεση του εγκλήματος) και δεν του απευθύνονται ερωτήσεις για προσωπικές κρίσεις παρά μόνον αν αυτές συνδέονται αναπόσπαστα με τα γεγονότα, για τα οποία καταθέτει». Είναι αυτόδηλο ότι αν ετηρείτο η διάταξη αυτή, η διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας θα ήταν υποπολλαπλάσια αυτής που προκύπτει από την «ελαστικότητα» που επιδεικνύουν τα δικαστήρια με τη μη εφαρμογή της.

Κωστας Γ. Μπονιφατσης

Μα, το αυτονόητο δεν είναι αυτονόητο

Κύριε διευθυντά
Πόσες φορές (τη μέρα) ακούμε ή διαβάζουμε τη λέξη αυτονόητο στον δημόσιο λόγο, ιδίως τα χρόνια της κρίσης; Δεν χρειάζεται να τις μετρήσω. Συχνά-πυκνά, στην επιχειρηματολογία προσώπων ή φορέων ή πολιτικών κομμάτων ξεφυτρώνει σαν «μαϊντανός» (ή άλλο ευώδες καρύκευμα) το «αυτονόητο» και η ανακάλυψη ή επανεφεύρεσή του. Πάντοτε ως ζητούμενο, άλλοτε με ειλικρίνεια και άλλοτε προσχηματικά. Να τολμήσω να πιθανολογήσω ότι συχνότερη είναι η δεύτερη περίπτωση; Πού βασίζω την τόλμη μου; Μα, στο γεγονός ότι αν οι ομιλούντες ή γράφοντες ενδιαφέρονταν πραγματικά για την επίτευξη του αυτονοήτου, θα είχαν κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να το υλοποιήσουν, ιδίως μάλιστα όταν βρίσκονται στα πράγματα και «περνάει από το χέρι τους» να κινηθούν προς την κατεύθυνση αυτή.

Φοβούμαι, ωστόσο, ότι το «αυτονόητο» είναι ένα κάποιο ιδανικό και άπιαστο όνειρο. Χρήσιμο για επίκληση, αλλά πρακτικά ανέφικτο, διότι έρχεται σε αντίθεση ή και σύγκρουση με αυτό που υπό ευρεία έννοια θα ονομάζαμε «κατεστημένο» ή «κατάκτηση» ή «κεκτημένο δικαίωμα» ή «έτσι μάθαμε» ή «έτσι θέλω». Παραδείγματα υπάρχουν άφθονα και πρόχειρα: Αυτονόητο είναι ότι ο κάθε μαθητής διδάσκεται, ο κάθε εκπαιδευτικός διδάσκει, ο κάθε υπάλληλος ασκεί υπηρεσία/διεκπεραιώνει υποθέσεις, ο κάθε πολίτης σέβεται τους νόμους και τη δημόσια περιουσία, ο κάθε υπεύθυνος αξιωματούχος αναλαμβάνει τις ευθύνες που απορρέουν από το αξίωμά του. Αν ο μαθητής κάνει «κοπάνα» ή κατάληψη, ο εκπαιδευτικός δεν διδάσκει, ο υπάλληλος καθυστερεί, κωλυσιεργεί ή απεργεί, ο πολίτης γράφει τους νόμους και τη δημόσια περιουσία στις παλιές του σαγιονάρες, ο υπεύθυνος πετάει το μπαλάκι στον παραπάνω, στην αντιπολίτευση, στον ξένο παράγοντα, στους δημοσιογράφους, ουσιαστικά περιφρονεί/ καταργεί το αυτονόητο και ασκεί το «κατακτημένο» δικαίωμά του, το «έτσι θέλω» του. Αν όμως τον ρωτήσουν σχετικά, θα προστρέξει στην επίκληση του «αυτονοήτου» (με τη δική του έννοια).
Πόσο αλλιώτικα θα ήταν τα πράγματα εάν το αυτονόητο λειτουργούσε και εφαρμοζόταν στην κυριολεξία...

Αντωνης Παπαγιαννης, Ιατρός, Θεσσαλονίκη

Εκεί στο Κάστρο της Μονεμβασιάς

Κύριε διευθυντά
Εχετε κατά διαστήματα, από το 2017, δημοσιεύσει διάφορες επιστολές - καταγγελίες σχετικά με τις παρανομίες που διαπράττονται στον αρχαιολογικό χώρο του Κάστρου Μονεμβασιάς, που όπως όλοι γνωρίζουμε αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Επειτα από αλλεπάλληλες ενέργειες προς το υπουργείο Πολιτισμού και τη σχετική γνωμοδότηση του ΚΑΣ, υπεγράφη επιτέλους η κατωτέρω απόφαση της προηγούμενης υπουργού (Α.Π. 278018/180458/4860/ 1448/14.7.2017) για «...την ανάκληση της σχετικής υπουργικής απόφασης που αφορά τη σκίαση υπαίθριων χώρων σε ακίνητο στην κάτω πόλη του αρχαιολογικού χώρου του Κάστρου Μονεμβασιάς, δ. Μονεμβασίας, περιφερειακής ενότητας Πελοποννήσου, διότι η υφιστάμενη κατασκευή δεν είναι αφαιρούμενη και λόγω της μορφής της προκαλεί έμμεση αισθητική βλάβη σε αυτό καθαυτό το μνημείο και συγχρόνως αλλοιώνει και υποβαθμίζει εν γένει τον αρχαιολογικό χώρο της Μονεμβασίας».

Εν συνεχεία, ένα χρόνο αργότερα, στις 18/7/2018 και δεδομένου ότι η εφαρμογή της εν λόγω απόφασης καθυστερούσε αδικαιολόγητα, απευθυνθήκαμε με συστημένη επιστολή στη γενική γραμματέα του υπουργείου Πολιτισμού καθώς και στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Λακωνίας, προκειμένου να μας ενημερώσει για τη μη εκτέλεση της απόφασης. Σημειωτέον, ουδεμία απάντηση ή αντίδραση υπήρξε επί του ερωτήματός μας μέχρι σήμερα.

Διερωτάται, λοιπόν, κανείς σε τι οφείλεται το γεγονός, το υπ. Πολιτισμού να απαξιώνει τις ίδιες του τις αποφάσεις, υποτιμώντας έναν τόπο «ιστορικού και ιδιαίτερου φυσικού κάλλους».

Και όλα αυτά υπό το «άγρυπνο βλέμμα» των 4 ή 5 υπαλλήλων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, που εδρεύουν εντός του Κάστρου.

Απευθύνομαι λοιπόν σε εσάς, εκ μέρους πολλών Ελλήνων και ξένων κατοίκων και επισκεπτών της Μονεμβασιάς (με τις ίδιες ανησυχίες και απορίες), όχι μόνον επειδή επιδεικνύετε πάντα ιδιαίτερη ευαισθησία και φιλοξενείτε στις στήλες σας παρόμοια περιστατικά, αλλά και για να ζητήσω την καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνδρομή σας, ώστε να αποκατασταθούν οι καταστροφικές παρεμβάσεις και η τάξη και να κινητοποιηθούν άμεσα οι αρμόδιοι.

Δημητρης Αναστασακης, Βρυξέλλες

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ