ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

«Πολλές φορές έκλεισα την κάμερα για να δώσω τέλος σε κάτι επικίνδυνο»

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

Ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ «Το μακρινό γάβγισμα των σκυλιών» Simon Lereng Wilmont μιλάει στην «Κ» για τα γυρίσματα στο Ντονέτσκ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε ένα μικρό χωριό της ανατολικής Ουκρανίας, ένα αγόρι μεγαλώνει με τη γιαγιά του. Οταν το ξέσπασμα του πολέμου, το 2014, αναγκάζει τους περισσότερους κατοίκους της περιοχής να φύγουν, εκείνοι μένουν πίσω επειδή δεν έχουν κάπου αλλού να πάνε, αλλά και γιατί, όπως το θέτει η ηλικιωμένη Αλεξάνδρα, «κάθε σκύλος είναι λιοντάρι στο δικό του σπίτι». Σκληρό και τρυφερό ταυτόχρονα, συγκινητικό χωρίς να φλερτάρει με το μελόδραμα, το ντοκιμαντέρ «Το μακρινό γάβγισμα των σκυλιών» του Simon Lereng Wilmont, βραβευμένο μεταξύ άλλων με «Χρυσό Αλέξανδρο» στη Θεσσαλονίκη, γυρίστηκε στη διάρκεια των συγκρούσεων ανάμεσα στον ουκρανικό στρατό και στους αυτονομιστές της «Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ». Ο Δανός σκηνοθέτης επέλεξε να αποφύγει τις πολιτικές αναλύσεις και να εστιάσει στις ζωές των πρωταγωνιστών του.

«Με ενδιαφέρουν οι ανθρώπινες ιστορίες, τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, τι σημαίνει να ζεις τόσο κοντά σε μια ζώνη πολέμου», είπε στην «Κ» ο Simon Lereng Wilmont ενώ βρισκόταν στο Ντονέτσκ, εξετάζοντας το ενδεχόμενο να γυρίσει ακόμη ένα ντοκιμαντέρ, αυτή τη φορά από την άλλη όχθη του ποταμού Kalmious, που χωρίζει την περιοχή που ελέγχουν οι φιλορώσοι αυτονομιστές από την υπόλοιπη Ουκρανία. «Αν καταφέρω να κάνω αυτή την ταινία θα είναι μία εξαιρετική μαρτυρία για το πώς επηρεάζονται οι ζωές των πολιτών και στις δύο πλευρές της σύγκρουσης», πρόσθεσε. Αφορμή για την πρώτη επίσκεψη του σκηνοθέτη στην περιοχή στάθηκε η συνειδητοποίηση πως, μολονότι οι πρωταγωνιστές των δύο προηγούμενων ταινιών του ήταν έφηβοι, όλοι τους ζούσαν πολύ «ασφαλείς» ζωές. Αφού συνάντησε δεκάδες μαθητές στη νότια πλευρά του μετώπου, ο Simon Lereng Wilson γνώρισε τον δεκάχρονο Ολέγκ, το μοναδικό παιδί που κατάφερε να δώσει απάντηση στο ερώτημα «μπορείς να περιγράψεις πώς νιώθεις όταν φοβάσαι;». Ο Oλέγκ δίστασε μόνο για μια στιγμή πριν απαντήσει: «Οταν αρχίζουν να ρίχνουν τα πολυβόλα, είναι σαν ένα αόρατο χέρι να αρπάζει το στήθος μου και να σφίγγει την καρδιά μου. Και με κάθε έκρηξη, το χέρι σφίγγει την καρδιά μου πιο πολύ, ώσπου στο τέλος είναι σαν να έχω έναν παγωμένο σβόλο μέσα στο στήθος μου». Βέβαιος πως είχε βρει τον πρωταγωνιστή του, ο δημιουργός συνέχισε να επισκέπτεται την Ουκρανία. Η φιλία που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον ίδιο και στους κεντρικούς ήρωές του, του εξασφάλισε πρόσβαση στα ενδότερα της ζωής τους, αλλά κυρίως του επέτρεψε να αντιληφθεί την ομορφιά και το βάθος της σχέσης γιαγιάς και εγγονού.

Ακολουθώντας τον πρωταγωνιστή του και τους συντρόφους του στις περιπέτειές του, ο Δανός σκηνοθέτης έμαθε να γίνεται «αόρατος» ώστε να μην εμποδίζει τα παιχνίδια τους. Ορισμένες φορές, όμως, το «παιχνίδι» γινόταν τόσο επικίνδυνο, που ο παρατηρητής δυσκολευόταν να μείνει αμέτοχος – όπως όταν τα αγόρια δοκίμασαν να ρίξουν με ένα πραγματικό όπλο. «Χωρίς αμφιβολία αυτό ήταν το πιο δύσκολο, από ηθικής άποψης, πρότζεκτ με το οποίο έχω καταπιαστεί ποτέ. Αμέτρητες φορές είχα ελάχιστο χρόνο για να αποφασίσω αν θα παρενέβαινα ή όχι», παραδέχθηκε. «Στα πρώτα ταξίδια μου είναι αδύνατον να υπολογίσω πόσες φορές τους είπα “σας παρακαλώ μην το κάνετε αυτό” ή έκλεισα την κάμερα για να δώσω τέλος σε κάτι επικίνδυνο. Προς το τέλος όμως άρχισα να συνειδητοποιώ πως, όταν τους σταματούσα, κατά κάποιον τρόπο χειραγωγούσα τις πραγματικές ζωές τους. Αυτά τα παιδιά ζούσαν σε μία περιοχή που είναι τρομερά επικίνδυνη και αν αφαιρούσα πράγματα από την καθημερινότητα τους, ήταν αδύνατον να έχω μία αληθινή εικόνα».

«Το μακρινό γάβγισμα των σκυλιών» προβάλλεται την Τετάρτη 17 Οκτωβρίου στο Αλκυονίς New Star Art Cinema στο πλαίσιο του CineDoc.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ