Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Ολη μου η ζωή σε ένα φαράσι»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

«Ε​​​​δώ ήταν το σαλόνι, ο καναπές, η τηλεόραση». Ο φακός εστιάζει εκεί που υποδεικνύει ο ομιλητής αλλά τίποτα δεν διαφοροποιεί το ένα «εδώ» από το άλλο. Παντού καμένα. Πώς ήταν άραγε πριν; Τι χρώμα να είχε ο καναπές, το σαλόνι; Τώρα όλα είναι σταχτιά. Κι όσο κι αν καθαριστούν, όσα σπίτια στέκουν ακόμη όρθια ή κατεδαφιστούν όσα δεν αντέχουν, τίποτα δεν θα είναι ίδιο με τη ζωή πριν από τη φωτιά στη Μάτι. Δεν είναι το μέγεθος της τραγωδίας ο μόνος λόγος. Εξάλλου, η σάρωση του χρόνου είναι (και) ιαματική. Είναι ότι όσο οι αφηγήσεις απομακρύνονται από το συμβάν και μειώνεται η ένταση, «παγώνει» η περιγραφή, τόσο οι εικόνες παραμένουν εφιαλτικά ανέπαφες από τους ήχους, τις οσμές, τις γεύσεις, τις θερμοκρασίες εκείνης της ημέρας. Η απώλεια οικείων, φίλων, συγγενών, γνωστών κάποιου γνωστού, θα πολλαπλασιάζεται όσο η απόσταση από την 23η Ιουλίου του 2018 θα μεγαλώνει.

Το ντοκιμαντέρ του Τάσου Τέλλογλου «Επιζώντες», που προβλήθηκε την περασμένη Δευτέρα από τον ΣΚΑΪ, διέθετε αυτήν την ήσυχη και κατασταλαγμένη προσέγγιση, αυτή τη σύνοψη, που δεν επιτρέπει ούτε να υπεκφύγεις ούτε να αρχειοθετήσεις το γεγονός. Χωρίς ίχνος εύκολης δραματοποίησης ο δημοσιογράφος χαρτογράφησε τον Νέο Βουτζά και το Μάτι τρεις μήνες μετά.

Ο χρόνος προχωράει αλλόκοτα. Ενα τουρνουά μπιτς βόλεϊ εις μνήμην, ένας μεσήλικας κύριος που αντίκρισε την εγκλωβισμένη γυναίκα του νεκρή στην κουζίνα μαζί με τα δυο σκυλάκια της, ένας άλλος εξηγεί πως ενώ καταβρεχόταν συνεχώς στέγνωνε με την ίδια ταχύτητα, ένας τρίτος περιγράφει πώς διέσχισε το φλεγόμενο Μάτι με τη μηχανή του, μία κοπέλα που τραβούσε βίντεο με την υπεροψία ότι «εμείς στο Μάτι δεν καιγόμαστε» είδε ξαφνικά τις φλόγες να την πλησιάζουν, κάποιος πατέρας έλειπε στην Αθήνα ενώ τα δυο παιδιά του, στην εφηβεία, ήταν στο Μάτι, ο δήμαρχος Ραφήνας-Πικερμίου Βαγγέλης Μπουρνούς δηλώνει ότι η έκκλησή του για εναέρια μέσα δεν είχε γίνει δεκτή, μια γυναίκα αλλόφρων με το αυτοκίνητό της στη Λεωφόρο Μαραθώνος ειδοποιούσε τους οδηγούς να επιστρέψουν με κατεύθυνση προς τη Νέα Μάκρη. Κάθε ώρα που αναφέρουν οι συμμετέχοντες στο ντοκιμαντέρ περιέχει, λες, την ακρίβεια του θανάτου: 18.10 το Μάτι ήταν καταδικασμένο, 18.49 το τελευταίο τηλεφώνημα «ζω μια κόλαση, δεν θα τα καταφέρω», στις 9 το βράδυ «είδα πέντε ένστολους της ομάδας ΔΙΑΣ, τα είχαν χαμένα οι άνθρωποι», στη 1 μετά τα μεσάνυχτα «υπήρχαν ακόμη εστίες φωτιάς»... Μέσα σε λίγες ώρες 99 νεκροί.

Η φράση «μας άφησαν μόνους» και όταν δεν εκστομίζεται, υπονοείται. Η ανυπαρξία συντονισμού και τα λάθη του κρατικού μηχανισμού, των αρμόδιων υπηρεσιών, προκύπτουν σε κάθε αφήγηση. Και όχι μόνο. Τα συμπεράσματα της εισαγγελικής έρευνας καταγράφουν παραλείψεις, επιβεβαιώνουν καταγγελίες που αποκαλύπτουν το αλαλούμ των υπηρεσιών.

Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για την επόμενη μέρα ενώ τα κεφάλαια της προηγούμενης ανοιγοκλείνουν με κρότο. Προφανώς, όπως είπε και ο κ. Μπουρνούς, δεν θα πρέπει να ξανακτιστούν σπίτια στην ίδια λογική αυθαιρεσίας που υπήρχαν στο Μάτι, πάνω σε ρέματα ή κλείνοντας εξόδους προς την παραλία ή πνίγοντας στο τσιμέντο κοινόχρηστους χώρους. Προφανώς και επείγει η ανάταξη του κρατικού μηχανισμού, η οργάνωση και ο εξοπλισμός του, ώστε τα τεχνικά προβλήματα και η έλλειψη συντονισμού (κυρίως αυτή) να μην ξαναποτελέσουν την κύρια αιτία μιας εθνικής τραγωδίας.

Για τα «προφανή» είναι πολλοί συνυπεύθυνοι. Διαφαίνεται αυτό και στο ντοκιμαντέρ του Τάσου Τέλλογλου.

Οι επιζώντες και η «καμένη ζωή τους» –όπως τη χαρακτηρίζει κάποιος κάτοικος από το Μάτι– θα συνεχίσουν με, αβάσταχτες, ίσως, διακυμάνσεις και μεταπτώσεις την πορεία τους. Εξάλλου ένας διάλογος ανάμεσα σε δυο επιζώντες είναι αποκαλυπτικός: «Καταλαβαίνεις τι μου έχει συμβεί;» ρωτάει ο ένας. «Καταλαβαίνεις ότι ζεις;» απαντάει ο άλλος.

Εκείνο που εμείς, οι θεατές, αδυνατούμε να «καταλάβουμε» είναι η πύκνωση του χρόνου και των υπαρχόντων. Τα περισσότερα, λιγότερα ή ελάχιστα που συγκροτούν τον βίο του κάθε «επιζήσαντα». Oπως άκουσα να λέει μια κοπέλα τις πρώτες μέρες της τραγωδίας και, από τότε, κάθε άλλη φράση, σκέψη ή ερμηνεία, μου φαίνεται φλύαρη και περιττή: «Oλη μου η ζωή σε ένα φαράσι».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ