ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Βάστα καλοκαιράκι» λένε οι πολλοί, καθώς το κόστος του πετρελαίου θέρμανσης βρίσκεται σε απαγορευτικά επίπεδα για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης διαμορφώθηκε κατά μέσον όρο στο 1,145 ευρώ το λίτρο (την πρώτη μέρα διάθεσής του), έναντι 0,932 ευρώ πέρυσι, καταγράφοντας αύξηση 22,85%. Φορτωμένο από τον τεράστιο ειδικό φόρο κατανάλωσης, άλλες φορολογικές επιβαρύνσεις και τη φετινή αύξηση των διεθνών τιμών, το πετρέλαιο θέρμανσης είναι ασήκωτο για τον μέσο πολίτη. Δεν μπορεί να ανακουφίσει το γλίσχρο επίδομα θέρμανσης, που πετσοκομμένο κι αυτό φτάνει τα 12,5 λεπτά το λίτρο και αφορά λίγους, αφού έχει προϋπολογιστεί για το 2019 κονδύλι μόλις 15 εκατ. ευρώ. Η κυβέρνηση «διαρρέει» συζητήσεις για διεύρυνση των κονδυλίων, κυρίως για τις περιοχές που πλήττονται περισσότερο από τη βαρυχειμωνιά. Ολα θα εξαρτηθούν από το ύψος του υπερπλεονάσματος και τις διαπραγματεύσεις για τη διανομή του.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, για μεγάλο μέρος των νοικοκυριών έχει χαθεί η αίσθηση της χειμερινής θαλπωρής και ζεστασιάς. Το βασικό δικαίωμα στην θέρμανση αποτελεί πλέον πολυτέλεια. Πολλοί έχουν ήδη κόψει το πετρέλαιο και την κεντρική θέρμανση. Ενδεικτικά, οι πωλήσεις πετρελαίου θέρμανσης ήταν το 2017 1.172.142 μετρικοί τόνοι έναντι 4.248.403 μ.τ. το 2003, όταν η κατανάλωση έπιασε το υψηλότερο σημείο. Παρουσίασε δηλαδή μείωση 72%. Μάλιστα, το 2013 η κατανάλωση είχε πέσει στις 959.233 μ.τ. (πτώση 80% σε σχέση με το 2003).

Μεγάλος αριθμός οικογενειών στράφηκε στη θέρμανση μέσω ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με έρευνα του Συνηγόρου του Πολίτη οικογένειες που μένουν σε πολυκατοικίες στο κέντρο της Αθήνας και στις δυτικές συνοικίες και δεν χρησιμοποιούν κεντρική θέρμανση, προσπαθούν να ζεσταθούν με σόμπες (υγραερίου, αλογόνου, κηροζίνης) σε ποσοστό 33,14%, κλιματιστικά (29,14%) και θερμοσυσσωρευτές (21,71%). Ποσοστό 4,57% δεν χρησιμοποιεί κανένα μέσο θέρμανσης! Και σαν να μην έφτανε η αύξηση του κόστους του πετρελαίου θέρμανσης, υπερδιπλασιάστηκε η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος για τα νοικοκυριά. Συγκεκριμένα, από το 2005 έως το 2016 ανατιμήθηκε κατά 150%! Ετσι, πολλές οικογένειες που επιχείρησαν να ζεσταθούν με ηλεκτρικά μέσα είδαν τους λογαριασμούς της ΔΕΗ να... καίνε. Αποτέλεσμα, η μείωση της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος σε κατοικίες κατά 12-30%.

Συνέπεια όλων αυτών ήταν να... εισβάλει ο χειμώνας εντός των σπιτιών των φτωχότερων οικογενειών. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα έρευνα, οι κατοικίες του φτωχότερου 20% είχαν μέσες θερμοκρασίες 12,5 βαθμών Κελσίου! Στο εν συνόλω φτωχότερο 40% οι μέσες θερμοκρασίες έφταναν τους 15 βαθμούς Κελσίου.

Το 50-60% των οικογενειών δεν θερμαίνει το σπίτι για περισσότερες από 6 ώρες την ημέρα. Οι μισοί και πλέον εμφανίζονται δυσαρεστημένοι με τις επικρατούσες συνθήκες θερμικής «άνεσης» στα σπίτια τους. Οι περισσότεροι ζεσταίνουν ορισμένα δωμάτια μόνο, αφήνοντας τα υπόλοιπα παγωμένα.

Η στροφή στα ξύλα

Σε αυτό το έδαφος αναπτύχθηκε η στροφή στην καύση ξυλείας για βασική θέρμανση, με πολλαπλά αρνητικά προβλήματα στο περιβάλλον και στη δημόσια υγεία. Σε σπίτια φτωχών ή μικρομεσαίων οικογενειών μπήκαν τα προηγούμενα χρόνια ξυλόσομπες, που σε πολλές περιπτώσεις καίνε και ακατάλληλα υλικά, καθώς η καλής ποιότητας ξυλεία δεν είναι φτηνή. Από βαμμένα ξύλα και νοβοπάν, μέχρι υλικά από κατεδαφίσεις και από τα σκουπίδια ακόμα όλα έγιναν –χωρίς κανένα έλεγχο και εκπαίδευση– καύσιμη ύλη, γεμίζοντας το περιβάλλον της πόλης και τον εσωτερικό χώρο με καρκινογόνες ενώσεις.

Αντίστοιχα, σε νεόδμητες κατοικίες και διαμερίσματα, όπου το αστικό τζάκι είχε γίνει βασικό αξεσουάρ, τα τζάκια μετατράπηκαν από χώρο ψυχαγωγίας και συντροφιάς σε μέσο κάλυψης θέρμανσης. Μια τσιμεντούπολη σαν την Αθήνα, πυκνοκατοικημένη και με τέσσερα εκατομμύρια πληθυσμό, χωρίς τα απαραίτητα άλση και διόδους εξαερισμού, μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε θάλαμο αερίων, όπως και συνέβη μερικές μέρες (και κυρίως νύχτες) τα προηγούμενα χρόνια. Οι κάτοικοι των πόλεων λίγα πράγματα γνωρίζουν για τα τζάκια. Για παράδειγμα, πόσοι προχωρούν σε τακτικό καθαρισμό της καμινάδας; Στην καμινάδα επικάθονται στάχτες και υπολείμματα καύσης, τα οποία όταν συσσωρεύονται και λειτουργεί το τζάκι μεγαλώνουν το πρόβλημα της ρύπανσης, ενώ υπάρχει και κίνδυνος ανάφλεξής τους.

Προσοχή χρειάζεται και στην επιλογή της ξυλείας. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αποφεύγονται ξύλα επεξεργασμένα, βαμμένα ή με χημικά, ενώ όσο πιο στεγνά είναι τα ξύλα που θα καούν τόσο καλύτερη και καθαρότερη είναι η καύση. Η ρύπανση από το τζάκι δεν αφορά μόνο το εξωτερικό περιβάλλον, αλλά και το εσωτερικό των σπιτιών.

Η έρευνα του ΑΠΘ

Σε σπίτι που καίει το τζάκι, σύμφωνα με πολύχρονη έρευνα του εργαστηρίου Περιβαλλοντικής Μηχανικής του Τμήματος Χημικών Μηχανικών του ΑΠΘ, τα σωματίδια με διάμετρο μέχρι 1 μm (ΡΜ1) φτάνουν τις 25.000 ανά κυβικό μέτρο, έναντι περίπου 10.000 σε ένα σπίτι χωρίς τζάκι. Παρατηρείται δηλαδή μια αύξηση των λεπτότατων σωματιδίων κατά 150% λόγω χρήσης τζακιού!

Δυστυχώς, τα εξαιρετικά λεπτά αιωρούμενα σωματίδια είναι τα πιο επικίνδυνα για την υγεία, καθώς μπορούν να εισχωρήσουν βαθιά στους πνεύμονες, ενισχύοντας τον κίνδυνο για αναπνευστικά και καρδιαγγειακά νοσήματα, καθώς και για καρκίνο του πνεύμονα. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν πως όποιος επιμένει να καίει τζάκι σε μια μεγάλη και πυκνοδομημένη πόλη οφείλει να περιορίσει τις ώρες χρήσης, να καίει ξύλα άριστης ποιότητας και να επιδιώξει τέλεια καύση με μια συσκευή που τροφοδοτεί αέρα από πάνω προς τα κάτω.

Τα μνημονιακά χρόνια δημιουργήθηκε ακόμα μία κατηγορία φτωχών στην Ελλάδα, οι ενεργειακά φτωχοί. Στην αυγή της λεγόμενης μεταμνημονιακής περιόδου τίποτα δεν φαίνεται να αλλάζει προς το καλύτερο...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ