Δεν είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Η εξιστόρηση των ηρωικών επιτευγμάτων του σερ Ράνολφ Φάινς και της συναρπαστικής ζωής του μοιάζει με παράτολμο εγχείρημα. Σήμερα είναι ο σημαντικότερος εν ζωή εξερευνητής στον κόσμο. O μοναδικός άνθρωπος που διέσχισε όλο το γεωγραφικό μήκος της Γης από τον Νότιο έως τον Βόρειο Πόλο, ανακάλυψε τη χαμένη πόλη Ουμπάρ στην Αραβική χερσόνησο, σκαρφάλωσε στο Έβερεστ από την πλευρά του Νεπάλ και του Θιβέτ και διήνυσε την Ανταρκτική χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια μέσα σε 93 ημέρες. Τρεισήμισι μήνες μετά από μια καρδιακή προσβολή και διπλό bypass, έτρεξε σε επτά Μαραθωνίους σε επτά διαφορετικές ηπείρους, μέσα σε επτά ημέρες. Αυτές είναι κάποιες από τις αποστολές που ανέλαβε να φέρει εις πέρας, δοκιμάζοντας τις σωματικές και τις ψυχικές αντοχές του ανθρώπινου είδους πέρα από κάθε φαντασία. Σήμερα, ο 74χρονος Φάινς μοιράζεται με το «Κ» κάποιες από τις εμπειρίες, τις αδυναμίες και τα διδάγματα που έχει αποκομίσει στον πλούσιο βίο του. 

Ο παράγοντας «τύχη»

Αν και σχεδίαζε με λεπτομέρεια τις αποστολές του, υπολογίζοντας τις χειρότερες καιρικές συνθήκες, ο Φάινς αναγνωρίζει ότι χρειάζεται ένα μεγάλο ποσοστό τύχης όταν πορεύεσαι προς το άγνωστο. «Δεν υπάρχει κανένα προηγούμενο. Όταν κάνεις κάτι που έχει δοκιμαστεί ξανά, υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης και μπορείς να αναγνωρίσεις τα ρίσκα». Ένας από τους μεγαλύτερους και πιο απρόβλεπτους κινδύνους στην Ανταρκτική και στην Αρκτική ήταν τα απότομα και βαθιά ρήγματα που δεν αναγνωρίζονταν στις αχανείς εκτάσεις των παγετώνων. 

«Το 1972, σε μια εποχή που ο άνθρωπος είχε πάει στο φεγγάρι, η σύζυγός μου, Τζίνι, διαπίστωσε ότι κανένας δεν είχε καταφέρει να διασχίσει την επιφάνεια της Γης από τη μία άκρη της έως την άλλη χωρίς αεροπλάνο. Αυτό αποφασίσαμε να κάνουμε, αλλά δεν είχαμε χρήματα. Έπειτα από μια επταετία σκληρής δουλειάς συγκεντρώσαμε 1.900 χορηγούς από όλο τον κόσμο, πείσαμε το υπουργείο Εξωτερικών της Βρετανίας να κάμψει τους κανόνες του και την καναδική κυβέρνηση να μας βοηθήσει στον Βορρά. Στο μεταξύ, δουλεύαμε σε παμπ τα Σαββατοκύριακα για να καλύπτουμε τα προς το ζην». 

 


Σε ένα πρόχειρο ιγκλού, κατά την επίσκεψή του στην Ανταρκτική, το 1979.

 

Ο γύρος του κόσμου χωρίς αεροπλάνο

Μαζί με τον Τσάρλς Μπάρντον, ο οποίος είχε προϋπηρεσία στις βρετανικές ειδικές δυνάμεις SAS, όπως και ο Φάινς, διέσχισαν 52.000 μίλια χωρίς εναέρια μέσα από το 1979 μέχρι το 1982, ολοκληρώνοντας με επιτυχία την Transglobe Expedition. Απαραίτητα ήταν ένα πλοίο για να περάσουν δύο ωκεανούς, ένα Land Rover για να διασχίσουν τις ερήμους και τις ζούγκλες της Αφρικής, ένα σκάφος Boston Whaler 5,5 μέτρων για τα ποτάμια του Καναδά και το Βορειοδυτικό Πέρασμα στο Αρκτικό αρχιπέλαγος, δύο σνόουμομπιλ και κανό για τον Αρκτικό ωκεανό. Ο Φάινς και ο Μπάρντον κάλυψαν όλες τις υπόλοιπες αποστάσεις με τα πόδια και με σκι, φθάνοντας στον Νότιο και στον Βόρειο Πόλο, όπου οι θερμοκρασίες είναι στους -50°C και οι δυνατοί άνεμοι κατεβάζουν τον υδράργυρο στους -120°C. 

Τότε δεν υπήρχε καν δορυφορική απεικόνιση του Βόρειου και του Νότιου Πόλου, άρα και κανένα σύστημα προσανατολισμού (GPS) ή επικοινωνίας. «Δηλαδή θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε την ίδια μέθοδο προσανατολισμού που είχε χρησιμοποιήσει ο Έρνεστ Σάκλεστον», ο οποίος στις αρχές του 20ού αιώνα είχε δώσει αγώνες για την κατάκτηση του Νότιου Πόλου. Ένα από τα πιο δύσκολα σημεία της Transglobe Expedition ήταν τα 2.000 μίλια του Βορειοδυτικού Περάσματος. Το τοπίο είναι καλυμμένο με ομίχλη τον περισσότερο χρόνο. «Δεν μπορούσες να χρησιμοποιήσεις μαγνητική πυξίδα, λόγω της υψηλής μαγνητικής έντασης στον Βόρειο Πόλο, η οποία άλλαζε τα δεδομένα. Οπότε ζητήσαμε από έναν χορηγό, την British Aerospace, να σχεδιάσει ένα μικρό μηχάνημα που θα εντόπιζε τον ήλιο μέσα από την ομίχλη και τη διάθλαση του φωτός. Έτσι τα καταφέραμε». Μαζί με τον Τσάρλι ήταν οι πρώτοι που ταξίδεψαν στο Αρκτικό αρχιπέλαγος με ένα ανοιχτό σκάφος, το «Boston Whaler».     

Ο Φάινς πάντα προτιμούσε ολιγομελείς ομάδες στις αποστολές του. Στην προσπέλαση της Ανταρκτικής χωρίς καμία υποστήριξη το 1991/92 ήταν μαζί με τον γιατρό και διατροφολόγο Μάικ Στουντ. Επέστρεψαν έπειτα από ταξίδι 93 ημερών. Ο καθένας είχε ένα έλκηθρο με φορτίο 200 κιλών. Καίγοντας περίπου 10.000 θερμίδες την ημέρα σε αποστάσεις 16 μιλίων, ο Στουντ είχε υπολογίσει ότι μέχρι την 51η ημέρα είχαν χάσει από 15 έως 20 κιλά ο καθένας. 

Επιλέγοντας συντρόφους

Τον ρωτάω με τι κριτήρια επιλέγει τους συνοδοιπόρους του. «Πάλι έχοντας υπόψη τις χειρότερες συνθήκες. Διότι στα χειρότερα φαίνονται οι αντοχές μας. Όσο καλός κι αν είναι ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου υπό φυσιολογικές συνθήκες, είναι πιθανό να γίνει πολύ δυσάρεστος όταν θα πεινάει ή θα έχει μώλωπες, γδαρσίματα ή κρυοπαγήματα. Δεν πρέπει να είναι εγωιστές, σαρκαστικοί, εγωκεντρικοί και κυκλοθυμικοί, αλλά ευγενικοί και σταθεροί χαρακτήρες».

Το 2000 αποφάσισε να περάσει μόνος την Αρκτική, αλλά εγκατέλειψε την αποστολή όταν έπεσε το έλκηθρό του σε ρήγμα λεπτού πάγου και προσπάθησε να σώσει τον εξοπλισμό από το νερό. Οι άκρες των δαχτύλων στο αριστερό του χέρι υπέστησαν σοβαρά κρυοπαγήματα. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος για να περιμένει μέχρι να επανέλθει ο υγιής ιστός, όπως του είχε πει ο γιατρός του. Έπειτα από προσεκτική μελέτη της ανατομίας του χεριού, έκοψε μόνος τις άκρες των δαχτύλων του χρησιμοποιώντας ένα κοπτικό εργαλείο. Παρά την αποδοκιμασία του γιατρού του, η επέμβαση ήταν επιτυχής. 

Η Αρκτική τότε και τώρα

Για το φαινόμενο του θερμοκηπίου ο Φάινς ανασύρει μια ισχυρή προσωπική εμπειρία από το παρελθόν: «Τη δεκαετία του ’70, για να διασχίσω την Αρκτική, είχα σχεδιάσει έλκηθρα που έως έναν βαθμό ήταν αδιάβροχα, για την περίπτωση που περνούσαμε μέσα από υγρές περιοχές. Τη δεκαετία του ’90 έπρεπε να σχεδιάσουμε έλκηθρα σαν κανό, εφοδιασμένα και με πέδιλα, διότι υπήρχε περισσότερο νερό και μισοπαγωμένες περιοχές».

Στο Έβερεστ με υψοφοβία

Ένα από τα βιβλία που έχει γράψει ο ατρόμητος σερ Φάινς –κληρονόμησε τον τίτλο ευγενείας από τον πατέρα του, τον οποίο έχασε, λίγους μήνες πριν γεννηθεί, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο– αφορά τον φόβο. Ο ίδιος ομολογεί πως απέκτησε δύο φοβίες: τις αράχνες και τα ύψη. Ξεπέρασε νωρίς την αραχνοφοβία στις πυκνές ζούγκλες του Ομάν. Βρέθηκε εκεί προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60, εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, για να πολεμήσει τους Σοβιετικούς που είχαν διεισδύσει στο σουλτανάτο από τη Νότια Υεμένη. 

Στην αντιμετώπιση της υψοφοβίας αφοσιώθηκε μετά την απώλεια της πρώτης του συζύγου από καρκίνο, μετά από 38 χρόνια κοινού βίου. Η Τζίνι απεβίωσε τον Φεβρουάριο του 2004. Μετά τον χαμό της, η αναρρίχηση ήταν ένας τρόπος διαφυγής, που τον οδήγησε σε ένα ακόμη ρεκόρ. Σε ηλικία 65 ετών έγινε ο μεγαλύτερος Βρετανός που έχει σκαρφαλώσει στο Έβερεστ και από τις δύο πλευρές.  

Όπως διηγείται ο ίδιος, «από την πλευρά του Θιβέτ παραλίγο να φθάσω στην κορυφή. Από την πλευρά του Νεπάλ τα κατάφερα. Αλλά, όπως είχα πει στον εκπαιδευτή μου, δεν υπήρχαν μεγάλες χαράδρες στο Έβερεστ, αλλά ένας λευκός, παγωμένος αυχένας. Οπότε δεν είχα το αίσθημα του ιλίγγου». Τότε, ο εκπαιδευτής του αποφάσισε να τον πάει στο Άιγκερ των Ελβετικών Άλπεων, το οποίο έχει χαράδρες 6.000 ποδιών. Προπονήθηκε αρκετό καιρό μαζί του και τον Μάρτιο του 2008 ανέβηκε στην κορυφή του βόρειου τείχους του Άιγκερ σε τρία 24ωρα. «Πάνω από 60 από τους καλύτερους ορειβάτες έχουν χάσει τη ζωή τους σε αυτό το βουνό και μπορώ να σας πω ότι, αν και δεν ξεπέρασα τον φόβο μου για τα ύψη, τουλάχιστον δεν με υπνώτιζε όσο πριν». Έναν χρόνο μετά, προσπάθησε να ανέβει τη σκάλα για να καθαρίσει τα λούκια του σπιτιού του στην Αγγλία, αλλά δεν τα κατάφερε. «Ζήτησα από τη δεύτερη σύζυγό μου να το κάνει και της κρατούσα τη σκάλα». 

Στις πτώσεις με αλεξίπτωτο, εκμυστηρεύεται, «απλώς κλείνω τα μάτια μου για λίγο όταν πέφτω από το αεροπλάνο», όπως έκανε σε μία από τις πρώτες αποστολές του στον παγετώνα της Νορβηγίας Josterdalsbreen Glacier, το 1970. «Δεν επιτρεπόταν στον στρατό, αλλά είναι δύσκολο να σε δει κανείς». Όταν ήταν ακόμη –ένα ατίθασο– παιδί, το σκοτάδι ήταν η λύση στον φόβο του. Σκαρφάλωνε στα κτίρια του κολεγίου Ίτον και αργότερα στο Σάσεξ μόνο όταν έδυε ο ήλιος, και για να μην τον δει και τον πιάσει κανείς. 

Σημασία έχει να αγαπάς

Τι είναι αυτό που τον υποκινούσε όλα αυτά τα χρόνια να κατακτά νέα ρεκόρ, αποτελώντας πια τον σημαντικότερο εν ζωή εξερευνητή, όπως επιβεβαιώνει το Guinness Book of World Records; «Όταν ήμουν 12 ετών, γυρίσαμε στην Αγγλία από τη Νότια Αφρική. Οι γείτονές μας είχαν μια 9χρονη κόρη, την Τζίνι. Βγήκαμε πρώτη φορά όταν ήταν 13 ετών. Παντρευτήκαμε όταν έγινε 23 ετών, διότι ο πατέρας της δεν με συμπαθούσε πολύ». Η Τζίνι έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στις αποστολές του. Εκτός από την Transglobe Expedition, μεταξύ άλλων, δική της ιδέα ήταν η πρώτη αποστολή του Φάινς στον Νείλο. Από την Αίγυπτο μέχρι τους καταρράκτες της Βικτωρίας, ανάμεσα στη Ζάμπια και στη Ζιμπάμπουε, πέρασε με χόβερκραφτ τα 4.000 μίλια του ποταμού Νείλου. Χάρη στην επιμονή της Τζίνι ανακάλυψαν τη μυθική πολιτεία Ουμπάρ ή Ιρέμ έπειτα από εννέα απόπειρες σε μία από τις πιο αφιλόξενες ερήμους στον κόσμο, τη Ρουμπ αλ Καλί. Μετά τον θάνατό της, ο Φάινς έχει συγκεντρώσει για φιλανθρωπικούς σκοπούς περισσότερα από 19 εκατ. λίρες, που διοχετεύονται και σε έρευνες για την καταπολέμηση του καρκίνου, αποδεικνύοντας ότι χρειάζεται πάθος, αφοσίωση και αγάπη πάνω απ’ όλα για να φθάσεις στην κορυφή του κόσμου.  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ