ΕΛΛΑΔΑ

Αναζητώντας το «ιερό δισκοπότηρο» της πρόγνωσης σεισμών

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΛΑΦΡΟΣ

Εικόνα από την προβλήτα της Ζακύνθου μετά τον πρόσφατο σεισμό. Συνολικά, στο νησί δεν καταγράφηκαν πολλές ζημιές, κάτι που σύμφωνα με τους επιστήμονες οφείλεται και στο γεγονός ότι το επίκεντρο ήταν στη θάλασσα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κρυμμένο βαθιά στο υπέδαφος παραμένει το «μυστικό» της πρόγνωσης των σεισμών, παρά τις προσπάθειες των σεισμολόγων και ορισμένα βήματα που γίνονται. Με αφορμή τις σεισμικές δονήσεις στη Ζάκυνθο, το ερώτημα της επιστημονικής πρόγνωσης του φαινομένου επανέρχεται. «Χαρακτηριστικό της δυσκολίας πρόγνωσης είναι ότι κανείς πρόσφατος μεγάλος σεισμός είτε στην Ευρώπη (Ιταλία 2016, Ελλάδα 2015, 2017, 2018) είτε στις ΗΠΑ (2014 κοιλάδα Νάπα, Καλιφόρνια) δεν είχε προβλεφθεί», λέει στην «Κ» ο Θανάσης Γκανάς, γεωλόγος-σεισμολόγος, διευθυντής Ερευνών στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Οπως εξηγεί ο κ. Γκανάς, «αναφερόμαστε πάντα στη βραχυπρόθεσμη πρόγνωση (ημερών έως μερικών μηνών) που οι διαφορετικές προσεγγίσεις (κυρίως στατιστικές) δεν έχουν κάνει σημαντική πρόοδο. Η προσπάθεια, όμως, συνεχίζεται με ανάπτυξη δικτύων κοντά σε μεγάλα ρήγματα αλλά και με αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, όπως παραμορφωσιόμετρα, GNSS (σ.σ. συστήματα δορυφορικού προσδιορισμού θέσης) και διαστημικών ραντάρ».

«Η Γη στο εσωτερικό της είναι ένα εξαιρετικά ανομοιογενές και πολύπλοκο σύστημα. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι σεισμοί δεν υπόκεινται σε άμεση παρατήρηση γιατί συμβαίνουν σε βάθη από 5 χλμ. μέχρι 700 χλμ., εξηγεί γιατί δεν έχουμε καταφέρει ακόμη να κατανοήσουμε πλήρως τα φαινόμενα και να βρούμε τρόπους πρόγνωσής τους», σημειώνει ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος, διευθυντής Ερευνών στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο. «Παρ’ όλα αυτά έχει γίνει διεθνώς σημαντική πρόοδος σε ερευνητικό επίπεδο. Ενα από τα όπλα της επιστήμης που υπόσχονται πολλά είναι οι προσεισμοί, δηλαδή μικροί σεισμοί που γίνονται στην περιοχή του επερχόμενου μεγαλύτερου κύριου σεισμού σε χρόνο που φθάνει μέχρι περίπου έξι μήνες πριν από τον κύριο. Από έρευνες διεθνώς έχει προκύψει ότι οι προσεισμοί έχουν ιδιαίτερες ιδιότητες που τους κάνει να ξεχωρίζουν από τους συνηθισμένους σεισμούς. Με την ερευνητική μου ομάδα έχουμε αναπτύξει αλγόριθμο για την παρακολούθηση της σεισμικής δράσης σε μια περιοχή με σκοπό να εντοπίσουμε τους προσεισμούς εγκαίρως, δηλαδή πριν από την έλευση του κύριου σεισμού», συμπληρώνει ο κ. Παπαδόπουλος.

Ενισχύεται η έρευνα στο συγκεκριμένο πεδίο; «Στην Ε.Ε. αλλά και διεθνώς η έρευνα για την πρόγνωση των σεισμών δεν απασχολεί πολλούς επιστήμονες. Είναι διστακτικοί να ασχοληθούν με το συγκεκριμένο αντικείμενο, καθώς θεωρούν πως μπορεί να βλάψουν τη σταδιοδρομία τους εξαιτίας τόσο των χαμηλών χρηματοδοτήσεων όσο και της γενικής απογοήτευσης, επειδή καθυστερεί η επίτευξη του “ονείρου” της πρόγνωσης. Υπάρχουν μερικές διεθνείς συνεργασίες στις οποίες η ελληνική συμμετοχή είναι ισχνή, κυρίως λόγω έλλειψης ερευνητικών χρηματοδοτήσεων», αναφέρει ο κ. Παπαδόπουλος.

Αναφερόμενος στη διεθνή ερευνητική συνεργασία των Ελλήνων επιστημόνων, ο κ. Γκανάς σημειώνει πως κυρίως γίνεται με χώρες της Ε.Ε., λόγω και των χρηματοδοτικών προγραμμάτων. «Το μεγαλύτερο ερευνητικό πρόγραμμα σε εξέλιξη είναι το EPOS (European Plate Observing System) με προϋπολογισμό 18 εκατ. ευρώ, όπου η Ελλάδα συμμετέχει στους τομείς Σεισμολογία, Παρατηρητήρια Ενεργών Ρηγμάτων, Γεωδαισία και Ηφαιστειολογία. Συνεργασίες υπάρχουν και με πολλές άλλες χώρες, κυρίως με Κίνα», συμπληρώνει ο κ. Γκανάς.

Οι αβεβαιότητες

«Η σεισμική πρόβλεψη αποτελεί το ιερό δισκοπότηρο για την επιστημονική κοινότητα. Λόγω των πολλών αβεβαιοτήτων, η σεισμική πρόβλεψη με ακρίβεια μηνός, μέρας ή/και ώρας δεν είναι σήμερα εφικτή. Εντούτοις, για ορισμένα συστήματα ενεργών ρηγμάτων, τα οποία δίνουν σημαντικά σεισμικά μεγέθη και παρακολουθούνται επαρκώς, θα λέγαμε ότι η πρόβλεψη με ακρίβεια κάποιων ετών ή δεκαετιών είναι μάλλον πιθανή – τουλάχιστον υπό τη στατιστική έννοια του όρου», λέει στην «Κ» ο Γιάννης Στεφάνου, διευθυντής έρευνας στο Γαλλικό Ερευνητικό Ινστιτούτο IFSTTAR και αναπλ. καθηγητής στην Ανώτατη Σχολή Μηχανικών (ENPC) στο Παρίσι.

Ο κ. Στεφάνου συντονίζει ένα πενταετές ερευνητικό πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ερευνας, με τίτλο «Controlling earthQuakes» («Ελέγχοντας σεισμούς»). «Διερευνούμε τον βαθμό μέχρι του οποίου μπορούμε να ελέγξουμε την εκτόνωση της σεισμικής ενέργειας, με απώτερο σκοπό την αποφυγή ή την καταπράυνση αναμενόμενων σεισμικών γεγονότων. Ερευνούμε δηλαδή εάν είναι εφικτή η σταδιακή ενεργοποίηση ενός συστήματος ρηγμάτων, έτσι ώστε να αποφευχθεί η αναμενόμενη απότομη και ασταθής σεισμική ολίσθηση που γεννά τους σεισμούς».

Σχετικά με τις επιπτώσεις που είχαν στη Ζάκυνθο οι πρόσφατες σεισμικές δονήσεις, ο κ. Παπαδόπουλος τονίζει πως «η μεγάλη απόσταση του επικέντρου του σεισμού ήταν ο κύριος λόγος για τον οποίο τελικά οι βλάβες στη Ζάκυνθο υπήρξαν πολύ λίγες. Γενικά, όταν το επίκεντρο είναι στη θάλασσα προκύπτει μια απόσταση ασφαλείας. Η ανθεκτικότητα των κατοικημένων περιοχών θα δοκιμαστεί όταν γίνουν ισχυροί σεισμοί κοντά τους».

Τον ρόλο της θάλασσας ως «υδάτινης ασπίδας» σημειώνει ο κ. Γκανάς. «Τα εγκάρσια σεισμικά κύματα –τα οποία φέρουν και το μεγαλύτερο μέρος ενέργειας σε περιόδους 1-10 Hz– δεν μπορούν να διαδοθούν διά της θαλάσσης, οπότε ανακλώνται στη διεπιφάνεια θαλάσσιου πυθμένα και ύδατος». Στην περίπτωση της Ζακύνθου ο κ. Γκανάς θεωρεί πως θετικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της σεισμικής ενέργειας διοχετεύθηκε προς νότο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ