ΒΙΒΛΙΟ

Μικρή ερωτική ιστορία με πιστόλι

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

«Το φιλί», ο διάσημος πίνακας που ο Γκούσταβ Κλιμτ φιλοτέχνησε στη λεγόμενη «χρυσή του εποχή», το 1907-08.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Ε​​ίχαν γνωριστεί τη δεκαετία του ’40. Εκείνος φοιτητής φιλολογίας, από αστικά σπίτια αμφότεροι, χωρίστηκαν όταν στρατεύθηκε. Εφεδρος ανθυπολοχαγός του πεζικού εν μέσω της πιο φονικής φάσης του Εμφυλίου, το 1948-49, στέλνεται στη γραμμή των πρόσω.

Θα επιζήσει και θα ξανασμίξουν. Θα ζήσουν μαζί, χωρίς παιδιά. Εκείνος θα εργαστεί ως φιλόλογος. Αυστηρός, δωρικός, έδειχνε σχεδόν μόνιμα οργισμένος και βαρύς, σνομπ στην καλύτερη περίπτωση.

Κάποια στιγμή άκουσα τη φωνή του. Ηταν η φωνή ενός στριμμένου ηλικιωμένου που ακόμα και όταν μιλούσε για συγγραφείς και βιβλία που εκτιμούσε, ήταν λες και φοβόταν να πει μια ζεστή κουβέντα. Ανυδρος λόγος, υπολογιστικός και υπολογισμένος. Με απώθησε.

Το 1998 η γυναίκα του πέθανε αργά, βασανιστικά. Λίγο αργότερα την ακολούθησε και αυτός. Υστερα διαδόθηκε μιαν άλλη εκδοχή: μετά τον θάνατο της γυναίκας του, μόνος πια στο σπίτι που μοιράστηκε μαζί της μια ολόκληρη ζωή, βάλθηκε να ψάχνει τα παλιά μπαούλα. Απομεινάρια ενός κοινού βίου, φωτογραφίες, γράμματα, κάρτες, τα συνηθισμένα.

Εκτός από ένα συγκεκριμένο αντικείμενο: είχε φυλάξει το πιστόλι που έφερε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στον Γράμμο και στο Βίτσι. Με τα όπλα να χάνονται σωρηδόν στο πεδίο της μάχης, μέσα στη βουή και την αντάρα, δεν ήταν πολύ δύσκολο τότε ένας στρατεύσιμος να κρατήσει αναμνηστικό το υπηρεσιακό του όπλο – παράτυπα, εννοείται.

Ισως με αυτό το πιστόλι να είχε οδηγήσει τη διμοιρία του σε κάποιο ύψωμα. Ισως με αυτό να είχε υπερασπιστεί τη ζωή του ή μπορεί και να είχε αφαιρέσει κάποια άλλη ζωή. Πού να ήξερε τότε σε τι θα του χρησίμευε στο μακρινό μέλλον;

Προτιμώ να σκεφτώ ότι η τελευταία εικόνα που είδε ήταν μια νεανική φωτογραφία της γυναίκας που αγάπησε τόσο ώστε αμέσως μετά, αυτός, ο στεγνός άνδρας, αυτός που αποστρεφόταν τα πάθη, να στρέψει την κάννη προς τον εαυτό του και να πυροβολήσει – για πρώτη φορά έπειτα από τον μακρινό, ταραγμένο Αύγουστο του 1949. Και τελευταία.

Το σχόλιο του κυρίου Γκρι: «Τι παράξενο. Είναι λες και οι Tindersticks να έγραψαν το “Until the Morning Comes" γι’ αυτό το ζευγάρι μιας άλλης εποχής, για το πάθος και την αγάπη μιας άλλης εποχής, που όμως διαπερνά τον χρόνο: “Τα χέρια μου γύρω απ’ το λαιμό σου / Αν σε σκοτώσω τώρα κανείς δεν θα το μάθει / Ξύπνα με αν κοιμάμαι / Απ’ το βλέμμα σου ξέρω ότι πλησιάζει η ώρα / Ξύπνα με αν ονειρεύομαι / Κανείς δεν θα πιστέψει τι συμβαίνει εδώ / Αλλά έχω μια σκέψη για το πώς θα ξεφύγουμε/ Σώπα τώρα, μωρό μου, μην κλαις σε παρακαλώ / Ολα θα πάνε καλά / Σώπα τώρα, αγάπη μου / μπορώ να σε ακούσω να ουρλιάζεις / Ασε με να σε κρατώ μέχρι να έρθει το πρωί / Πες μου λοιπόν ότι αυτό θέλεις / Μπορείς να μου το ψιθυρίσεις απαλά ή να το φωνάξεις / Διότι έχουμε ακόμα χρόνο ν’ αλλάξουμε γνώμη / Αλλά κάνε το τώρα προτού έρθει το πρωί / Το φως αχνοφαίνεται / Αλλά τα άστρα χορεύουνε λαμπρά / Το μυαλό μου τρέχει όπως τα σύννεφα στον ουρανό / Πώς έγινε και με έκανες να φτάσω... τόσο μακριά;"».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ