ΕΛΛΑΔΑ

Οι σχέσεις Πολιτείας - Εκκλησίας είναι το ψυχογράφημα της ελληνικής κοινωνίας

ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΤΕΡΖΗΣ

Ο διδάκτωρ Φιλοσοφίας της Freie Universität Berlin και Θεολογίας του ΑΠΘ Σωτήρης Μητραλέξης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΑΒΒΑΤΙΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Μέσα στις χιλιάδες λέξεις που γράφτηκαν, ειπώθηκαν και... εκτοξεύθηκαν κατά διαφωνούντων μετά την αιφνιδιαστική ανακοίνωση της πρόθεσης συμφωνίας μεταξύ πρωθυπουργού και Αρχιεπισκόπου, το ενδιαφέρον κέντρισε, μεταξύ άλλων, ένα άρθρο στην «Καθημερινή». Κι αυτό διότι επιχειρούσε να εξηγήσει τα προβλήματα στα οποία, κατά τον αρθρογράφο, απαντούσε ικανοποιητικά το πλαίσιο που ανακοίνωσαν οι κ. Τσίπρας και Ιερώνυμος.

Σε μία χώρα όπου η νεότητα αντιμετωπίζεται, ενίοτε, ως κουσούρι, το ότι ο συντάκτης του άρθρου ήταν μόλις 30 ετών έκανε την ιδέα μιας «Σαββατιάτικης Συνάντησης» ακόμη πιο ελκυστική. Ο διδάκτωρ Φιλοσοφίας της Freie Universität Berlin και Θεολογίας του ΑΠΘ Σωτήρης Μητραλέξης δεν διστάζει να αναγνωρίσει πως η ενασχόλησή του με το μάλλον στρυφνό αυτό ζήτημα ξεκίνησε λόγω... σύγχυσης! «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, αυτό το θέμα ήταν πανταχού παρόν στη δημόσια σφαίρα... όταν λοιπόν με το πλέον στοιχειώδες fact checking διαπίστωσα ότι η συζήτηση είναι εν πολλοίς “στον αέρα”, ότι είναι τόσο πολιτική και ιδεολογική που δεν χρειάζεται να είναι πραγματολογικά ακριβής, τη σύγχυση ακολούθησε μια κάποια οργή, που απετέλεσε και το καύσιμο για ακόμη πιο συστηματική μελέτη». Ο κ. Μητραλέξης φέρει ως παράδειγμα δύο «οργιωδώς ψευδείς αξιώσεις» που χαρακτηρίζουν τον δημόσιο διάλογο: «Οι αντικληρικαλιστές φαντάζονται π.χ. ότι “η Εκκλησία δεν φορολογείται καθόλου”, ενώ οι εκκλησιαστικοί ονειρεύονται μια θεσμισθείσα το 1952 ες αεί υποχρέωση του κράτους για μισθοδοσία του κλήρου, που απλώς δεν υφίσταται πουθενά στα έγγραφα τα οποία επικαλούνται. Μύλος!».

Στην παρατήρηση ότι, έστω και με λάθος αφετηρία, το ζήτημα αυτό διαχρονικά προκαλεί μεγάλες έριδες και πολιτικές αντιπαραθέσεις, ο ίδιος υπογραμμίζει πως «σε ένα φαινομενικά “ξερό”, νομικό και θεσμικό ζήτημα όπως οι σχέσεις Εκκλησίας - Κράτους εμπλέκονται θυμικά τόσα συμβολικά φορτία και από τις δύο πλευρές, που η μελέτη του καταλήγει ένα έμμεσο ψυχογράφημα της χώρας».

Η μισθοδοσία

Υποψήφιος διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, ο συνομιλητής μου τάχθηκε εξαρχής υπέρ της συμφωνίας, αν και μετά την απόφαση της Ιεραρχίας ουδείς μπορεί να γνωρίζει τι μορφή θα πάρει (σ.σ. αν υπάρξει) το τελικό νομοσχέδιο. «Η Ιεραρχία αποφάσισε ουσιαστικά να μη συμμετέχει στον σχεδιασμό του ως προς το σκέλος της μισθοδοσίας, δίδοντας έτσι χώρο στην κυβέρνηση να το σχεδιάσει μονομερώς. Ως εκ τούτου, κανείς δεν μπορεί πλέον να βάλει το χέρι του στη φωτιά για το τι εντέλει θα έρθει. Πάντως, στην αρχική συμφωνία εμφανιζόταν ένας συναινετικός και αμοιβαίος διακανονισμός του ζητήματος της μισθοδοσίας του κλήρου: για πρώτη φορά αναγνωριζόταν η αιτιώδης σχέση μισθοδοσίας και πλημμελούς αποζημίωσης για παρελθούσες απαλλοτριώσεις. Αυτή θα οδηγούσε σε μια εύλογη ετήσια αφηρημένη αποζημίωση (σ.σ. όπως συμβαίνει σε χώρες όπως η Γερμανία), με την οποία η Εκκλησία θα δεσμευόταν να μισθοδοτεί τον κλήρο της, κάτι που θα κατοχύρωνε πραγματικά τη μισθοδοσία για πρώτη φορά, εάν νομοθετούνταν οι απαραίτητες ρήτρες για το κράτος». Προσθέτει πως η αρχική προσέγγιση συνιστούσε «μια σκανδαλωδώς αμοιβαία επωφελή συμφωνία» καθώς, πέραν της Εκκλησίας, «το κράτος θα αποδεσμευόταν από το συμβολικό φορτίο της άμεσης μισθοδοσίας του ορθοδόξου κλήρου, γλιτώνοντας έτσι από μελλοντικές δυνητικά επιτυχείς νομικές εγκλήσεις εκ μέρους άλλων θρησκειών, που θα το κατήγγειλαν για άνιση μεταχείριση, εξαιτίας της άμεσης μισθοδοσίας του κλήρου» η οποία, όπως λέει, μοιάζει με «δώρο στην “επικρατούσα θρησκεία”». Παράλληλα, η Εκκλησία δεσμευόταν για την παραίτησή της από αξιώσεις για τις πλημμελείς αποζημιώσεις του παρελθόντος.

Επιχειρώντας να ξετυλίξουμε το κουβάρι των αιτιών που οδήγησαν στην έντονη αντιπαράθεση εντός του πολιτικού προσωπικού αλλά και της Ιεραρχίας για το ζήτημα, ο Μητραλέξης επανέρχεται στο θέμα της... παραπληροφόρησης. «Αυτό συνέβη και τώρα. Πολλοί κατατρομοκράτησαν τους ιερείς ότι κάτι θα αλλάξει ριζικά γι’ αυτούς, ενώ στο επίπεδο του μεμονωμένου ιερέα δεν θα άλλαζε τίποτα, απ’ ό,τι διαβάζουμε: υπάλληλος εκκλησιαστικού ΝΠΔΔ θα συνέχιζε να είναι, με την ίδια ασφάλιση και σύνταξη, με την ίδια μονιμότητα που προκύπτει από τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας και όχι από κάποιο φαντασιώδες καθεστώς “δημοσίου υπαλλήλου”». Η συμφωνία σαφώς και εκπεφρασμένα δεν αφορούσε την Εκκλησία της Κρήτης ή των Δωδεκανήσων, που θα συνέχιζαν με το προηγούμενο καθεστώς της απευθείας μισθοδοσίας, δόθηκαν διευκρινίσεις γι’ αυτό, μολαταύτα εκείνες εξεγέρθηκαν, προσθέτει.

Του επισημαίνω πως λάθη προφανώς υπήρξαν και από όσους χειρίστηκαν την υπόθεση, εν προκειμένω την κυβέρνηση που έσπευσε να κάνει λόγο για «ιστορική συμφωνία», αναγκάζοντας τους αρχιερείς να επικαλεστούν το συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας. «Καμία “συνοδικότητα” δεν νομοθετεί για μισθολογικά, η Βουλή των Ελλήνων νομοθετεί» σημειώνει και απαριθμεί τέσσερα κυβερνητικά λάθη: «Πρώτον, η κυβέρνηση παρουσίασε την αλλαγή ως εκδίωξη των κληρικών από το Δημόσιο, ενώ όσο δημόσιοι υπάλληλοι δεν ήταν πριν τόσο δεν θα ήταν και με τη συμφωνία. Δεύτερον, έσπευσε αμέσως να μιλήσει για 10.000 νέες θέσεις, κάτι που έδρασε καταστροφικά. Τρίτον, βιάστηκε να προχωρήσει στην εορταστική ανακοίνωση, χωρίς να υπάρχει ήδη έτοιμο το απαραίτητο σώμα επίσημων διευκρινίσεων για τις λεπτομέρειες από τους θεσμικώς αρμόδιους, με αποτέλεσμα αυτές να εμφανίζονται μετά ως διαρροές. Και τέταρτον, υπήρξε ένα γενικότερο έλλειμμα επαρκούς ενημέρωσης, με αποτέλεσμα κάθε τερατολογία να “περνάει” αναπάντητη».

Ιστορικό φορτίο

Στη συζήτησή μας, ο κ. Μητραλέξης απαντά γρήγορα και χωρίς το συναισθηματικό ή ιστορικό φορτίο υπό το οποίο, παραδοσιακά, διεξάγεται η σχετική συζήτηση στην Ελλάδα. Μοιάζει περισσότερο με ερευνητή, ενδεχομένως λόγω και της θέσης του ως ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Winchester, ενώ έχει εργαστεί ερευνητικά στα Πανεπιστήμια του Princeton και του Cambridge. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι διστάζει να λάβει θέση στο επίδικο ζήτημα αλλά και στο ερώτημα που του θέτω εάν, τελικά, είναι επιθυμητός από πολιτικούς και Ιεραρχία ο διαχωρισμός Κράτους - Εκκλησίας. «Παρά το δήθεν “ώριμο δημόσιο αίτημα”, κανείς ποτέ δεν θέλει να υπάρξει καμία απολύτως οριοθέτηση. Είναι ζήτημα επιβίωσης για το κράτος να εξαρτάται η Εκκλησία από αυτό και μαντέψτε ποιον βλάπτει πρωτίστως μια τέτοια ισορροπία. Εξ ου και η έκπληξη της διακήρυξης και επιδίωξης του Αρχιεπισκόπου, να διεκδικηθεί βήμα βήμα μια Εκκλησία “ελεύθερη και ζωντανή”».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ