Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η ελληνική απαισιοδοξία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μ​​ια κοινωνία που έχει χάσει τη βούλησή της για δημιουργία. Μια κοινωνία που δεν έχει πλέον απαιτήσεις από τον εαυτό της, που δεν περιμένει τίποτε καλύτερο από τη ζωή της, μια κοινωνία που παλεύει μόνον για την επιβίωσή της. Μια κοινωνία συνταξιούχων. Φοβόμαστε το αύριο επειδή φοβόμαστε το σήμερα. Μια κοινωνία παραδομένη στην απάθεια της ήττας της.

Μας απογοήτευσε η Ευρώπη, χωρίς να βλέπουμε ότι μέρος της Ευρώπης που μας απογοήτευσε, έστω μικρό, είμαστε κι εμείς. Δεν μας έδωσε ό,τι περιμέναμε να μας δώσει η Ευρώπη, χωρίς να αναρωτιόμαστε τι δώσαμε εμείς στην Ευρώπη. Δώσαμε τον πολιτισμό μας; Ελάτε τώρα. Για ποιον πολιτισμό μιλάμε; Διότι, αν μιλάμε για τον Παρθενώνα, τα νέα είναι άσχημα. Η Ευρώπη τον ήξερε και πριν γίνει η Ελλάδα μέλος της. Για τον σύγχρονο πολιτισμό μας; Τα νέα είναι χειρότερα. Είμαστε οι τελευταίοι των τελευταίων. Τα πορτοκάλια μας; Θα μπορούσαν να είναι griffé, όπως τα κοστούμια Αρμάνι, όμως προτιμούσαμε να τα ρίχνουμε στις χωματερές για να εισπράττουμε αποζημιώσεις. Μας περίμενε το σκυλάδικο και δεν μπορούσαμε να χάνουμε ώρες στο χωράφι. Δεν θέλουμε να παραδεχθούμε ότι, πριν απογοητευθούμε εμείς από τον εαυτό μας, φροντίσαμε να απογοητεύσουμε τον ζωτικό μας χώρο.

Υστερα από περίπου σαράντα χρόνια ευρωπαϊκής πορείας συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε τους υπόλοιπους Ευρωπαίους ως μια μεταφυσική ύπαρξη που μας είναι ξένη. Η υπερήφανη Αριστερά μας την κολακεύει, υποκλίνεται μπροστά της σαν φύλαρχος που θέλει προστασία για να εξασφαλίσει τα δικαιώματα της φυλής του στην πηγή, στο ιερό λείψανο του Δημοσίου. Δεν φταίει ο Τσίπρας, θα μου πείτε. Αυτός, όταν βρέθηκε για πρώτη φορά στο ίδιο τραπέζι με τους Ευρωπαίους «ομολόγους» του, δεν καταλάβαινε τη γλώσσα τους. Αλήθεια, θα ήθελα πολύ να παρευρεθώ σε μια συζήτηση όπου ο Ελληνας πρωθυπουργός συζητάει με οποιονδήποτε Ευρωπαίο ομόλογό του για τη σημασία της λέξης «δημοκρατία». Πώς αντιλαμβάνεται ο Τσίπρας τη λέξη «Republic»; Κάτι σαν Republic of Venezuela. Ωχ, Θεέ μου. Η Ελλάδα γλίτωσε από τα αλλεπάλληλα πραξικοπήματα του 2015 που προσπάθησαν εντίμως να τη βγάλουν από την Ευρώπη, πλην όμως, το 2018 η απόσταση που τη χωρίζει από τους υπολοίπους είναι μεγαλύτερη απ’ αυτήν που τη χώριζε το 2010, όταν ο Παπανδρέου άπλωσε τα χέρια του ζητιανεύοντας την επιβίωσή μας.

Η Ευρώπη περνάει κρίση απαισιοδοξίας; Ο ευρωσκεπτικισμός είναι διάχυτος. Οι ελίτ της δεν έχουν βρει ακόμη τρόπους για να σώσουν το εγχείρημα. Στη Γαλλία ο Μακρόν υποχωρεί, στην Ιταλία ο Σαλβίνι προχωρεί. Πώς το έλεγε ο Γατόπαρδος; «Αν θέλουμε να μείνουμε αυτοί που είμαστε, πρέπει να αλλάξουμε». Τον παραφράζω, αλλά σας προκαλώ να μου βρείτε μια κυριολεκτικότερη διατύπωση. Το ευρωπαϊκό σύμπαν έχει πάθει κατάθλιψη, όπως ο νεαρός Γούντι Αλεν όταν έμαθε στο σχολείο ότι το σύμπαν διαστέλλεται. Ή όπως η Ελλάδα του 2018, ίδια με την Ελλάδα του 2009, μείον κάτι δισεκατομμύρια, ίδια με την Ελλάδα του 2004, ίδια με την Ελλάδα του 1981, και πάει λέγοντας.

Η απαισιοδοξία μάς καθηλώνει. Η απάθεια ακυρώνει τα αντανακλαστικά μας. Το καλοκαίρι κάηκαν εκατό άνθρωποι στο Μάτι και κοντεύουμε να το ξεχάσουμε. Ενας υπαλληλίσκος του υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος δεν έχει τι άλλο να κάνει, με ένα πλήκτρο ρουφάει ό,τι έχεις στον λογαριασμό σου και το αποδέχεσαι αδιαμαρτύρητα. Του χρωστάς τον μισθό του κι αυτός είναι ιερός. Πας με τον πατέρα σου στο δημόσιο νοσοκομείο και σου ζητούν να φέρεις τα κλινοσκεπάσματα.

Ο,τι κι αν μου πείτε για την Ευρώπη δεν θα φέρω αντίρρηση. Ο κάποτε κραταιός πολιτισμός της, αυτός που ενέπνεε αισιοδοξία, ακόμη και ανάμεσα στα ερείπια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ή τη φρικωδία του Αουσβιτς, είναι σε αποδρομή. Εχασε την πνοή του, έχασε την έμπνευσή του. Τις ακύρωσε κάπου ανάμεσα στα χαρακώματα της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής ορθότητας και του πολιτισμικού σχετικισμού. Την καταπόνησαν οι ενοχές της για τις γυμνές Αφροδίτες που τις έντυσαν στα Μουσεία του Καπιτωλίου προκειμένου να μη σκανδαλίσουν τους μουσουλμάνους επισκέπτες τους.

Ας μη γελιόμαστε. Η εθνική μας απαισιοδοξία είναι κομμάτι της ευρωπαϊκής. Απλώς δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε για να μη χάσουμε την ιδιοπροσωπεία μας – με -ει, παρακαλώ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ