ΕΛΛΑΔΑ

Η πολιτική θέλει αφανή δουλειά, όχι likes και «καρδούλες»

ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΤΕΡΖΗΣ

Η κ. Σοφία Νικολάου είναι μέλος των τομέων Δικαιοσύνης και Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας και ο κ. Παναγιώτης Βλάχος, μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας του Κινήματος Αλλαγής.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΑΒΒΑΤΙΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Στην κεντρική στοά της Αθήνας το κλίμα μοιάζει πρώιμα χριστουγεννιάτικο. Μερικές δεκάδες μέτρα πιο μακριά, στη Βουλή, ο πρωθυπουργός εξαγγέλλει παροχές, ενώ μερικές σκόρπιες ομάδες απεργών ετοιμάζονται για μία ακόμη πορεία. Οι «Σαββατιάτικες Συναντήσεις» συνομιλούν με δύο εκπροσώπους της γενιάς των 40άρηδων, αναζητώντας το κίνητρο πίσω από την απόφαση να αφήσουν στην άκρη μια επιτυχημένη επαγγελματική πορεία χάριν της πολιτικής. Τους μεταφέρω τη μάλλον αποστασιοποιημένη αντίδραση των, εκτός κλάδου, συνομιλητών μου στο άκουσμα ότι θα συναντήσω δύο νέους υποψηφίους: «Και γιατί να τους ψηφίσω;».

«Πάλι καλά που δεν είπαν “άσε με ήσυχο!”. Αλίμονο αν δεν αμφιβάλλουν οι πολίτες με αυτά που έχουν δει τα μάτια τους και έζησαν οι τσέπες τους τα τελευταία χρόνια. Η αμφισβήτηση είναι υγεία στη δημοκρατία», σχολιάζει ο Παναγιώτης Βλάχος, μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας του Κινήματος Αλλαγής, με τη Σοφία Νικολάου, μέλος των τομέων Δικαιοσύνης και Οικονομίας της Ν.Δ., να παίρνει άμεσα τη σκυτάλη: «Δυστυχώς, αυτήν την απαξίωση της πολιτικής τη συναντώ καθημερινά όταν συζητώ με συμπολίτες μου. Νιώθουν μια άρνηση δικαιολογημένη. Βλέπουν γύρω τους να καταρρέουν τα πάντα... Είναι στο χέρι μας, όμως, να κάνουμε τους ανθρώπους αυτούς να πιστέψουν ότι η πολιτική δεν είναι ο προσωπικός στόχος κάποιου, αλλά το μέσον για να υλοποιήσουμε τα κοινά μας οράματα. Το πρωταρχικό μου μέλημα είναι να πείσω όσο το δυνατόν περισσότερους συμπολίτες μου να ενεργοποιηθούν και να συμμετάσχουν. Μόνον αν είμαστε όλοι μαζί μπορούμε να αλλάξουμε τον ρουν της Ιστορίας», προσθέτει η 39χρονη δικηγόρος, που φέρεται να είναι εκ των νέων προσώπων που ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα ρίξει στη μάχη της Α΄ Αθηνών.

Ενα χρόνο μεγαλύτερος, ο Παναγιώτης Βλάχος αναμένεται να είναι υποψήφιος στο Βόρειο Τομέα της Β΄ Αθηνών με το Κίνημα Αλλαγής: «Θέλω σε μένα να δουν κάτι από τον εαυτό τους: έναν φίλο τους από τη μεσαία τάξη που μεγάλωσε στην επαρχία και στην Αθήνα, σπούδασε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, που στριμώχτηκε και αυτός οικονομικά και προσωπικά τα τελευταία χρόνια. Αλλά που θέλει να ζει στην Ελλάδα και έχει ανάγκη από ένα καλύτερο κράτος, μια ζωντανή οικονομία, από καλύτερες δουλειές και βοήθεια σε όσους δεν τα καταφέρνουν. Και που πιστεύει ότι η πολιτική είναι το μέσο για μια καλύτερη ζωή, όχι για να αναπαράγουμε τα ίδια τζάκια, τη διαφθορά, τα μικροσυμφέροντα, τον κυνισμό».

Νικολάου και Βλάχος συνυπήρξαν στη Νομική Σχολή Αθηνών. Δεν είναι το μόνο τους κοινό. Αμφότεροι ήρθαν στην Αθήνα από την επαρχία, από την Εύβοια η πρώτη, από το Καρπενήσι ο δεύτερος. Πόσο εύκολο είναι να ανταγωνιστούν γνωστά ονόματα στον εκλογικό στίβο;

«Κακά τα ψέματα, το σύστημα είναι κομμένο και ραμμένο σε αυτούς που έχουν χρήμα, όνομα και επιρροή. Είναι σχεδόν μάταιο να πιστεύεις ότι μπορείς να κερδίσεις πολιτικούς που βρίσκονται στην πιάτσα δεκαετίες, βγαίνουν κάθε μέρα στα κανάλια, έχουν ισχυρούς χρηματοδότες και δίκτυα. Αυτή είναι μια μεγάλη πληγή για τη δημοκρατία, μια ουσιαστική ανισότητα ευκαιριών», είναι η απαισιόδοξη οπτική του Βλάχου. «Οφείλω να ξεκαθαρίσω πως για εμένα δεν τίθεται κανένα ζήτημα αθέμιτου ανταγωνισμού», παρεμβαίνει η Νικολάου: «Ολοι έχουμε έναν κοινό στόχο και αυτός δεν είναι άλλος από το να αλλάξουμε τα κακώς κείμενα. Kάθε ομάδα χρειάζεται την εμπειρία του “παλιού” αλλά και την ορμή του “νέου”. Αλλωστε, πιστεύω πως η εικόνα χτίζεται όχι μόνο από την τηλεόραση, αλλά, κυρίως, μέσα από την καθημερινή παρουσία και παρέμβαση στα προβλήματα του τόπου σου και των συμπολιτών σου». Και οι δύο συμφωνούν ότι η περισσότερη δουλειά γίνεται σε συναντήσεις, εκδηλώσεις, με την άμεση επαφή δηλαδή με τους πολίτες.

Υπάρχει βεβαίως, τους επισημαίνω, και το Διαδίκτυο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και, ασφαλώς, τα χρήματα που μπορεί κάποιος να διαθέσει για την προεκλογική του εκστρατεία. «Προσωπικά, έχω βάλει στοίχημα με τον εαυτό μου να κάνω μια εκστρατεία με ελάχιστα χρήματα. Είναι θέμα αρχής, αλλά και ένας κόντρα ρόλος», σημειώνει ο Βλάχος, ενώ για τον ρόλο του Διαδικτύου (σ.σ. ο ίδιος είναι συνιδρυτής της διαδικτυακής πρωτοβουλίας Vouliwatch) σημειώνει πως ναι μεν τα κοινωνικά δίκτυα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, «αλλά προσθέτουν στη δουλειά που ήδη έχεις κάνει στον δρόμο... Δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την πολιτική τα likes και οι “καρδούλες”».

«Τα κοινωνικά δίκτυα προσφέρονται για ανάδειξη προβλημάτων και προσώπων, αλλά έχουν και τη δύναμη να διαμορφώνουν επίπλαστη εικόνα για πολλά πράγματα. Για τον λόγο αυτό, πιστεύω πως απαιτείται λελογισμένη χρήση και φυσικά πολλή αφανής δουλειά», σημειώνει η Σοφία Νικολάου, δικηγόρος στον Αρειο Πάγο που από το 2004 διευθύνει τη δική της δικηγορική εταιρεία. Οσον αφορά το διαθέσιμο χρήμα, τονίζει πως «παίζει σίγουρα ρόλο, αλλά γνωρίζετε κι εσείς αρκετούς υποψηφίους που στο παρελθόν δαπάνησαν αρκετά χρήματα χωρίς αποτέλεσμα».

Καθώς κάποια απεργιακά συνθήματα ακούγονται στο βάθος, ρωτάω τους συνομιλητές μου γιατί θα άφηναν μια επιτυχημένη επαγγελματική πορεία χάριν της πολιτικής. «Δεν θεωρώ τον εαυτό μου απομακρυσμένο από τη “μάχιμη πολιτική”, που ξαφνικά αποφάσισε να εισέλθει σε ένα εντελώς διαφορετικό και καινούργιο πεδίο δράσης. Η μάχιμη δικηγορία έχει πολλά κοινά στοιχεία με την πολιτική: ακούς τα προβλήματα των συνανθρώπων σου και προσπαθείς να βρεις λύσεις. Η περίοδος είναι πράγματι δύσκολη. Ομως σε τέτοιες περιόδους είναι που πρέπει να αναλαμβάνουμε πρωτοβουλίες και να βοηθούμε με όλες μας τις δυνάμεις να αλλάξουν τα πράγματα», σημειώνει η Σοφία Νικολάου. Στρέφομαι προς τον Παναγιώτη Βλάχο, που έχει ούτως ή άλλως προηγούμενη εκλογική εμπειρία με το Ποτάμι. Γιατί επιμένει; «Για να κοιμάμαι καλά το βράδυ. Για να μπορώ να πω στα παιδιά και στα ανίψια μου μεθαύριο ότι, όταν η χώρα μου πάλευε με τα θηρία και τον κακό της εαυτό, εγώ δεν είπα “δε βαριέσαι, εγώ να ’μαι καλά”».

Παρά το γεγονός ότι ακολουθούν διαφορετικές επαγγελματικές διαδρομές, καθώς η Νικολάου ασχολείται με τη μάχιμη δικηγορία ενώ ο Βλάχος δραστηριοποιείται κυρίως ως σύμβουλος στρατηγικής, επικοινωνίας και δημοσίων πολιτικών, η Νομική Αθηνών δεν είναι το μόνον κοινό τους. Όπως αναγνώρισαν και οι δύο φλέρταραν με τη δημοσιογραφία και όχι μόνον στο επίπεδο της συγγραφής άρθρων. Η Σοφία Νικολάου υπήρξε μάλιστα εκδότρια της εβδομαδιαίας πανελλαδικής εφημερίδας «η Είδηση» και 2 ενθέτων «Euroview» και «Παραδικαστικά», το 2016 ενώ ο Παναγιώτης Βλάχος έχει ασχοληθεί ενεργά με τον περιοδικό τύπο.

Η συζήτησή μας, προφανώς, επεκτάθηκε και στα βασικά θέματα της επικαιρότητας. Ιδού τι είπαν:

Υπάρχει πρόβλημα δημόσιας τάξης και Ασφάλειας;

Σοφία Νικολάου: «Το πρόβλημα της ασφάλειας στην πόλη μας δεν οφείλεται μόνο στην εξαθλίωση που βιώνουν οι πρόσφυγες, ούτε μόνο στην οικονομική κρίση. Οφείλεται κατά κύριο λόγο στη λογική που έχει εγκαθιδρύσει η συγκεκριμένη κυβέρνηση με την απαξίωση των αστυνομικών δυνάμεων, με το δόγμα περί μη συλλήψεων και τους νόμους – απελευθερωτές κακοποιών στοιχείων. Η αλλαγή αυτής της λογικής δεν νομίζω ότι είναι θέμα δεξιάς ή αριστερής ατζέντας. Είναι θέμα ασφάλειας. Είναι θέμα δημοκρατίας»

Παναγιώτης Βλάχος: «Η ασφάλεια είναι δημόσιο και ιδιωτικό αγαθό. Οι πλούσιοι έχουν τα μέσα να προστατεύονται, οι μεσαίοι και αδύναμοι όχι. Το πρόβλημα στην χώρα μας είναι ότι χρησιμοποιούμε την Αστυνομία για κάθε πρόβλημα. Επειδή δεν κάνουν τη δουλειά τους άλλοι, επιλέγουμε στο τέλος την καταστολή, που παράγει βία, θυμό και εντάσεις. Στην Αθήνα δυστυχώς λειτουργεί ανεξέλεγκτο το οργανωμένο έγκλημα σε πολλά επίπεδα με παρακλάδια στις φυλακές, τα γήπεδα, τα πανεπιστήμια»

Ιδιωτικά ή Δημόσια Πανεπιστήμια;

Σοφία Νικολάου: «Φοίτησα σε δημόσιο σχολείο και σε δημόσιο Πανεπιστήμιο. Γνώρισα ανθρώπους, καθηγητές και δασκάλους, που θα τους θυμάμαι μία ζωή, για τη διδασκαλία και το έργο τους. Το επίπεδο του δημόσιου πανεπιστημίου στην χώρα μας, παρά τις σοβαρές παθογένειές του, είναι εξαιρετικό. Δεν νοείται, όμως, εν έτει 2018, σε μία ευρωπαϊκή χώρα, να επιτρέπουμε τα παιδιά μας να μεταναστεύουν για να σπουδάσουν και πολλά εξ αυτών να παραμένουν εκεί και να αρνούμαστε ξένοι φοιτητές να έρθουν εδώ για να γνωρίσουν την χώρα μας, τον απύθμενο πολιτισμό της και τη μακραίωνη ιστορία της. Οι ιδιωτικές σχολές μπορούν να αξιοποιήσουν καλύτερα τις νέες εκπαιδευτικές τεχνολογίες, να δίνουν πτυχία γενικών δεξιοτήτων και όχι στενής εξειδίκευσης, ή αλλιώς, επαγγελματικά πτυχία, σε τομείς όπως ο τουρισμός και η ναυτιλία. Συνεπώς, απαντώ: Ναι στο ιδιωτικό, αλλά και στο ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο. Νομίζω ότι όλες οι προοδευτικές δυνάμεις αυτού του τόπου, έχουν πλέον αντιληφθεί την αναγκαιότητα αυτής της μεταρρύθμισης»

Παναγιώτης Βλάχος: «Δημόσιο σημαίνει “για όλους”. Αλλά όχι σώνει και καλά “κρατικό”. Ιδιωτικό σημαίνει για όσους έχουν χρήματα. Αλλά μήπως και στα κρατικά ιδρύματα σήμερα, δεν πληρώνουν αρκετά υψηλά δίδακτρα οι νέοι για μεταπτυχιακά; Ή μήπως δεν αναγνωρίζονται στην αγορά τα πτυχία ιδιωτικών σχολών; Για να σταματήσει η υποκρισία μια ειναι η λύση: ναι στα μη κρατικά πανεπιστήμια, αλλά με αναβάθμιση των δημόσιων πανεπιστημίων, ώστε να είναι υγιής ο ανταγωνισμός και οδηγηθούμε σε στρεβλώσεις»

Ποιές θα πρέπει να είναι οι τρεις προτεραιότητες μιας νέας κυβέρνησης;

Σοφία Νικολάου: «Διαμόρφωση ενός σταθερού και δίκαιου φορολογικού πλαισίου για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, με περιορισμό των άσκοπων δαπανών το κράτους. Δημιουργία  κλίματος ασφάλειας στις γειτονιές και στην κοινωνία. Προϋπόθεση για την ανάπτυξη μιας χώρας είναι η ασφάλεια. Ουσιαστικές αλλαγές στην παιδεία, με στόχο την διασύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά, και, φυσικά, την ισότιμη πρόσβαση όλων σε “υγιή” δημόσια πανεπιστήμια που θα ετοιμάζουν τους πολίτες του μέλλοντος μακριά από παλαιοκομματικές αγκυλώσεις»

Παναγιώτης Βλάχος: «Πρώτον, μια εθνική συμφωνία για να διαπραγματευτούμε τη μείωση των αδιανόητων πρωτογενών πλεονασμάτων που χρεώνουν άλλες δύο γενιές Ελλήνων και μας στερούν χρήματα για δημόσιες επενδύσεις και κοινωνική προστασία. Δεύτερο, την κατάργηση του νόμου Κατρούγκαλου που καταδικάζει τη νέα γενιά στην επιλογή “δεν πληρώνω τις ασφαλιστικές μου εισφορές” και φτωχοποιεί τους γηραιότερους. Και τέλος, μια γενναία αποκέντρωση των υπηρεσιών του κεντρικού κράτους στους δήμους και στις περιφέρειες με την απαραίτητη συνδρομή σε εξουσίες και πόρους, για να εξυπηρετείται ο πολίτης καλύτερα, πιο γρήγορα και αποτελεσματικά».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ