ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Από τη ζέστη στο κρύο οι σχέσεις Τραμπ-Σι

ΡΟΥΜΠΙΝΑ ΣΠΑΘΗ

Η ανακωχή αποδείχθηκε βραχύβια για μία ακόμη φορά. Μόλις τέσσερις ημέρες μετά τη συμφωνία Τραμπ - Σι, οι καναδικές αρχές συνέλαβαν την οικονομική διευθύντρια του κινεζικού ομίλου τηλεπικοινωνιών Huawei Technologies καθ’ υπαγόρευσιν της Ουάσιγκτον.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι αβέβαιο το πόσο ειλικρινείς ήσαν οι Κινέζοι αξιωματούχοι όταν στην αρχή της εβδομάδας δήλωναν αισιόδοξοι ότι θα καταλήξουν σε συμφωνία με τον Αμερικανό πρόεδρο σε διάστημα 90 ημερών. Εχουν επανειλημμένως διαπιστώσει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν είναι απλώς απρόβλεπτος. Εχει πάγια στρατηγική να υπαναχωρεί από τα συμφωνηθέντα και να ανοίγει νέο μέτωπο όταν όλοι νομίζουν ότι ο πόλεμος τελειώνει.

Η ανακωχή αποδείχθηκε βραχύβια για μία ακόμη φορά. Μόλις τέσσερις ημέρες μετά τη συμφωνία Τραμπ - Σι, οι καναδικές αρχές συνέλαβαν την οικονομική διευθύντρια του κινεζικού ομίλου τηλεπικοινωνιών Huawei Technologies καθ’ υπαγόρευσιν της Ουάσιγκτον.

Η εταιρεία έχει κατηγορηθεί από την αμερικανική κυβέρνηση ότι κατασκοπεύει τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους μέσω εξοπλισμού που προμηθεύει σε τηλεπικοινωνιακούς κολοσσούς. Το συμβάν αποτέλεσε την πλήρη διάψευση κάθε προσδοκίας για τερματισμό του σινοαμερικανικού πολέμου και οδήγησε στο κόκκινο τα χρηματιστήρια Αμερικής, Ασίας και Ευρώπης. Ετσι κάθε άλλο παρά θερμό αναμένεται να είναι το κλίμα στο οποίο υποτίθεται ότι θα διεξαχθεί ο νέος γύρος διμερών επαφών για τη σύναψη εμπορικής συμφωνίας. Οι συζητήσεις στο Πεκίνο ελάχιστα θυμίζουν τη «θερμή συνομιλία στο Μπουένος Αϊρες», όπως τη χαρακτήρισε ο Αμερικανός πρόεδρος.

Το συμβάν αποτέλεσε, άλλωστε, επανάληψη ενός γνώριμου μοτίβου στις σχέσεις ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου από τη στιγμή που ανέλαβε το τιμόνι της υπερδύναμης ο Ντόναλντ Τραμπ. Το ίδιο συνέβη την άνοιξη, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος ακύρωσε συμφωνία που είχε συνάψει με τον Κινέζο πρόεδρο, στο πλαίσιο της οποίας η Κίνα δεσμευόταν να αυξήσει τις εισαγωγές ενέργειας και αγροτικών προϊόντων από τις ΗΠΑ.

Η κίνηση είχε τότε θεωρηθεί προσωπική προσβολή στο πρόσωπο του πανίσχυρου ηγέτη της Κίνας, που είχε επενδύσει προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο στη συνεννόηση με την Ουάσιγκτον. Εκτοτε οικονομικοί και πολιτικοί αναλυτές κάθε εθνικότητας και πολιτικής απόχρωσης υποψιάζονται ότι διακύβευμα στον σινοαμερικανικό εμπορικό πόλεμο δεν είναι το εμπορικό έλλειμμα ύψους 375 δισ. δολαρίων που έχουν οι ΗΠΑ από το διμερές εμπόριο με την Κίνα.

Μιλώντας προσφάτως στο Bloo-mberg, ο Χε Βεϊβέν, πρώην στέλεχος του κινεζικού υπουργείου Εμπορίου και νυν συνεργάτης του Κέντρου για την Κίνα και την Παγκοσμιοποίηση, σχολίαζε τις παλινδρομήσεις στις σχέσεις του Πεκίνου με την Ουάσιγκτον. Τόνισε πως «η κυβέρνηση Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι βαθύτερο κίνητρό της είναι να αναχαιτίσει την άνοδο της Κίνας».

Σχολιάζοντας τη νέα προσέγγιση Τραμπ - Σι, η βρετανική εφημερίδα Financial Times επισήμανε ότι μετά την ολοκλήρωση της συνάντησής τους στο Μπουένος Αϊρες οι δύο ηγέτες δεν εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση. Εδωσαν, αντιθέτως, δύο διαφορετικές εκδοχές των όσων διημείφθησαν ανάμεσά τους.

Υπογράμμισαν, έτσι, πόσο δύσκολο είναι να καταλήξουν σε μια ουσιαστική εμπορική συμφωνία. Μιλώντας στη βρετανική εφημερίδα, ο Αντριου Πολκ, αναλυτής της συμβουλευτικής Tirivium στο Πεκίνο, τόνισε πως «η συνάντηση στο G20 απλώς ανέκοψε την αρνητική πορεία στην οποία είχαν εισέλθει οι σινοαμερικανικές σχέσεις, αλλά δεν την αντέστρεψε».

Ανάλογες είναι οι εκτιμήσεις και του οίκου Moody’s Investors, που τόνισε πως «παρά την προσωρινή αποκλιμάκωση της έντασης μετά τη σύνοδο του G20 η σχέση των ΗΠΑ με την Κίνα θα παραμείνει τεταμένη, καθώς οι ήπιες υποχωρήσεις δεν θα γεφυρώσουν το ευρύ χάσμα που χωρίζει τα οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα των δύο χωρών».

Μόνιμος στόχος της Ουάσιγκτον η κινεζική Huawei

Η σύλληψη της οικονομικής διευθύντριας της Huawei Μενγκ Ουάνγκζου αποτελεί ηχηρό επεισόδιο στο σίριαλ του εμπορικού πολέμου, αλλά δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Η κινεζική εταιρεία έχει παλιούς ανοικτούς λογαριασμούς με την Ουάσιγκτον. Παράλληλα, βρίσκεται στον πυρήνα μιας αναμέτρησης ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου με διακύβευμα την παγκόσμια τεχνολογική κυριαρχία. Είναι η κινεζική εταιρεία τεχνολογίας με τη μεγαλύτερη διεθνή παρουσία, αποτελεί σύμβολο του γοήτρου της Κίνας και απολαύει της αμέριστης στήριξης του Πεκίνου.

Την ίδρυσε το 1987 ο Ρεν Ζεγκφέι, πρώην μηχανολόγος του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού. Μέσα σε τρεις δεκαετίες εξελίχθηκε από εταιρεία πώλησης ηλεκτρονικών σε μία από τις σημαντικότερες εταιρείες επικοινωνιών στον κόσμο, με ηγετική θέση στις αγορές των smartphones, των υπηρεσιών νέφους στο Ιντερνετ και της ασφάλειας στον κυβερνοχώρο. Οι πωλήσεις της έφθασαν στα 87 δισ. δολάρια το 2017. Η άνοδός της συνέπεσε με την παρακμή και πτώση των ανταγωνιστριών της όπως οι Ericsson και Nokia.

Είχε πάντα προνομιακή μεταχείριση από το Πεκίνο, που ακριβώς όπως και η Ουάσιγκτον ανησυχεί ότι εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ξένη τεχνολογία για τον ζωτικό τομέα των επικοινωνιών. Η αμερικανική κυβέρνηση καθώς και τα στελέχη της αμερικανικής βιομηχανίας έχουν προ πολλού εκφράσει υποψίες ότι η Huawei είναι όχημα εξυπηρέτησης των κινεζικών συμφερόντων και ειδικότερα των εκείνων της κινεζικής ηγεσίας. Από το 2012 η μόνιμη επιτροπή ασφάλειας της αμερικανικής Γερουσίας χαρακτήρισε την Huawei και την επίσης κινεζική εταιρεία εξοπλισμού τηλεπικοινωνιών ZTE δυνάμει απειλές για την ασφάλεια των ΗΠΑ.

Το 2003 η αμερικανική Cisco Systems υπέβαλε αγωγή εναντίον της Huawei, κατηγορώντας την ότι υπέκλεπτε τεχνογνωσία. Ακολούθησαν παρεμφερείς αγωγές από άλλες αμερικανικές εταιρείες. Ανάμεσά τους οι Motorola και T-Mobile US, με το περιεχόμενο των κατηγοριών να είναι πάντα περίπου το ίδιο, κλοπή τεχνογνωσίας. Σταδιακά η υποψία έγινε βεβαιότητα και πάγιο αίτημα της Ουάσιγκτον προς το Πεκίνο είναι, πλέον, να διακόψει η Κίνα την κλοπή τεχνογνωσίας και γενικώς πνευματικής ιδιοκτησίας από τις αμερικανικές εταιρείες και την εμπορική ή άλλης φύσης κατασκοπεία. Προ μηνών ο Αμερικανός πρόεδρος εμπόδισε την εξαγορά της αμερικανικής Qualcomm από την Broadcom της Σιγκαπούρης, που θεωρείται ότι διατηρεί στενούς δεσμούς με τη Huawei και γενικότερα την κινεζική βιομηχανία. Είχε προηγηθεί σχετική σύσταση των αμερικανικών υπηρεσιών, οι οποίες εξετάζουν τις προτάσεις εξαγορών και συγχωνεύσεων με κριτήριο τα θέματα εθνικής ασφάλειας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ