ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Η επικυριαρχία του λαϊκισμού, η μεταρρυθμιστική αδράνεια και το πολιτικό σύστημα

ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΑΪΡΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Α​​ν θεωρήσουμε ότι μία από τις βασικές γενεσιουργούς αιτίες του λαϊκισμού είναι, για παράδειγμα, η διεύρυνση των ανισοτήτων λόγω πιθανότατα των συνεπειών της παγκοσμιοποίησης που οδήγησε μεγάλα τμήματα πληθυσμού στην περιθωριοποίηση, της βαριάς επίσης και άδικης δημοσιονομικής προσαρμογής εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που έπληξε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες αλλά και λόγω της διάσωσης του τραπεζικού συστήματος μέσω ανακεφαλαιοποίησης με τη συμμετοχή καταθετών που επέφερε περαιτέρω φτωχοποίηση και αποδυνάμωση του διαθέσιμου εισοδήματος, τότε, όπως είναι φανερό και λογικό, τα τμήματα αυτά πληθυσμού που επλήγησαν, αφενός, απέρριπταν συλλήβδην το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα και, αφετέρου, αναζήτησαν προστασία και θαλπωρή στην προστατευτική αγκαλιά του έθνους-κράτους για να μπορέσουν να συγκρατήσουν την απώλεια της χαμένης ταυτότητάς τους όπως πιστεύουν.

Ραδιούργοι και λαϊκιστές πολιτικοί ηγέτες αξιοποίησαν προς όφελός τους την κατάσταση αυτή των πολιτών και σχεδίασαν με επιτυχία το αφήγημά τους που βασιζόταν κυρίως στη στρατηγική «ό,τι θέλει ο λαός πέρα και πάνω από θεσμούς» με πολιτικά εργαλεία τη διασπορά φόβου και ανασφάλειας, π.χ. λόγω της μεταναστευτικής κινητικότητας, της ανάκτησης της χαμένης ταυτότητας και της κατακρήμνισης κάθε αξίας. Απευθυνόμενοι στο ένστικτο και στην παρορμητική διάθεση, επιδιώκουν να «χτίσουν» τον δικό τους κόσμο που μπορούν να ελέγχουν καλύτερα και να επιβάλουν τις ιδεοληψίες τους ως μοναδικές και απόλυτες για το συμφέρον πάντα του λαού.

Παραμένουν προς επεξεργασία σκέψεις που διατυπώνονται από πολιτικούς και πνευματικούς ανθρώπους αν σαν αντίδοτο στο λαϊκισμό μπορεί να αντιπαρατεθούν ο ορθολογισμός, η μεταρρύθμιση, το κοινωνικά προσδοκώμενο όφελος σε μακροχρόνια όμως βάση. Από την άλλη, ωστόσο, ποιος ενδιαφέρεται για το μακρόχρονο συνολικό όφελος της κοινωνίας αν συγκριθεί με τη βραχύχρονη απόλαυση των καρπών του λαϊκισμού που μπορεί να συνίσταται σε επιπόλαιες αυξήσεις εισοδημάτων που δεν δικαιολογεί η παραγωγικότητα της οικονομίας, σε αναιτιολόγητες προσλήψεις στο Δημόσιο ή σε αναβίωση παντός είδους επιδοματικών πολιτικών.

Ολα αυτά βεβαίως ικανοποιούν τα μέγιστα, σε κοντό όμως χρόνο, ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που τα ακούει ευχάριστα και ιδιαιτέρως βελτιωτικά της οικονομικής του κατάστασης αλλά επιπροσθέτως είναι απλά και κατανοητά τα λόγια του λαϊκιστή ηγέτη.

Η αναμέτρηση ωστόσο του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος και των πολιτικών κομμάτων σε όλα αυτά είναι εξαιρετικά ισχνή και αναιμική με υπερβάλλουσα δόση ορθολογισμού, που απεχθάνεται όμως η κοινωνία.

Για παράδειγμα, από την πλευρά της πολιτικής, σχετικά με το αφήγημα περί κλιμάκωσης των ανισοτήτων των λαϊκιστών θα πρέπει να συνδυαστούν πολιτικές άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων με μεγιστοποίηση του αγαθού της ευημερίας για τους πολλούς και όχι για τους λίγους.

Η απάντηση μπορεί να είναι η μακροπρόθεσμη στρατηγική ανάπτυξης που τα αποτελέσματα όμως θα καρπωθούν οι επόμενες γενιές. Ενα τέτοιο βεβαίως μήνυμα θα μπορούσε να έχει ικανή διείσδυση στο κοινωνικό σώμα αν συμπληρώνονταν και με τη θεμιτή «δόση» συναισθηματικής πληρότητας και συγκινησιακής φόρτισης για το αύριο των παιδιών μας.

Στη συνέχεια, κατά δεύτερον, στο αντίβαρο των μεταρρυθμιστικών πολιτικών ως απάντηση στους λαϊκιστές, προφανώς επιβάλλεται να γίνει κατανοητό για ποιο λόγο απαιτούνται να γίνουν μεταρρυθμίσεις, να οργανωθεί επίσης ένας ανοικτός πολύμηνος διάλογος με την κοινωνία, να αναφερθεί πού τελικά θα οδηγήσουν αυτές οι μεταρρυθμίσεις στο τέλος της ημέρας, αλλά και το κυριότερο αν υπάρχει προτεραιοποίηση της μεγάλης μεταρρυθμιστικής δεξαμενής που έχει ανάγκη η χώρα. Εδώ θα πρέπει όμως να γίνει αναφορά και στις μεγάλες συγκεντρώσεις-αναμετρήσεις που θα προκύψουν από όσους θίγονται και προσπορίζονται «ίδιον όφελος να μη γίνει τίποτε στη χώρα».

Υπό αυστηρές λοιπόν προϋποθέσεις, είναι δυνατόν οι πολιτικές που αντιτάσσονται στον λαϊκισμό να υλοποιηθούν όχι βεβαίως με γενικόλογες αναφορές περί μάχης κατά του λαϊκισμού αλλά με συγκεκριμένη στρατηγική αντιμετώπισής του.

Το αφήγημα του λαϊκισμού είναι απολύτως κατανοητό στο ακροατήριο που απευθύνεται. Το αφήγημα όμως των παραδοσιακών πολιτικών που εκφράζουν τα σημερινά πολιτικά κόμματα στη χώρα μας δυστυχώς είναι κατανοητό για τους λίγους. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι απαιτούνται συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις με δόση βεβαίως συναισθηματικής προσέγγισης ως προς το επικοινωνιακό προφανώς κομμάτι της ιστορίας.

Μέχρι τώρα δυστυχώς το παιχνίδι είναι χαμένο και η ανάλυση της υπάρχουσας κατάστασης δεν προοιωνίζεται κάτι ιδιαίτερα αισιόδοξο. Οσον αφορά τις απόψεις που εκφράζονται από πολλούς ότι μόνον οι πολιτικοί μπορούν να δώσουν λύση στο πρόβλημα, ενώ από την άλλη ταυτόχρονα στον ίδιο χρόνο αποδέχονται ότι «η κοινωνία προπορεύεται και η πολιτική ακολουθεί», είναι προφανώς έωλες για έναν απλούστατο λόγο: «πώς μπορεί άραγε να δώσει λύσεις η πολιτική όταν ακολουθεί ασθμαίνοντας την κοινωνία!».

* O δρ Αντώνης Ζαΐρης είναι αναπλ.αντιπρόεδρος ΣΕΛΠΕ, μέλος της Ενωσης Αμερικανών Οικονομολόγων (ΑΕΑ), σύμβουλος-καθηγητής του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ