ΒΙΒΛΙΟ

Ναυαγοί στη Μεσόγειο

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ
Καινούργια μέρα
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 688

«Π​​​​ερισσότερο απ’ όλα μου ήταν αβάσταχτο να βλέπω τον ήλιο που συνέχιζε να ανατέλλει κάθε ξημέρωμα», λέει ένας από τους άστεγους που εγκατοικούν το μυθιστόρημα του Νίκου Χρυσού. Στριμωγμένο στο κέντρο του λιμανιού μιας ακατονόμαστης πολιτείας της Μεσογείου, ένα αμαξοστάσιο παροπλισμένων λεωφορείων γίνεται το κοιμητήριο των ανέστιων, το καθαρτήριο και η κιβωτός των ιστοριών τους. «Κάθε πληγή κι άλλος πόνος». Κάθε καινούργια μέρα κι ένας άθλος. Η ακόρεστη πείνα και η ανήκεστος πενία, η επινόηση τεχνασμάτων για να πληρωθεί το αφόρητο πλεόνασμα χρόνου, η συνεχής αναμέτρηση με την ταπείνωση, οι ακατάπαυστες αψιμαχίες με τους τρόμους και τα τέρατα του δρόμου, η απώθηση των σπαραγμάτων της παλιάς ζωής, η καταδίωξη των εφιαλτών που βυσσοδομούν στο μυαλό, όλες αυτές οι αδιάκοπες προσπάθειες απομυζούν τις δυνάμεις των μυθιστορηματικών ηρώων.

Η συγκολλητική ουσία που καθιστά τις αδέσποτες αφηγήσεις ένα ερεβώδες όσο και αρραγές παλίμψηστο είναι ο μυθώδης λόγος του Σεβαστιανού που διαχέεται στις σελίδες σαν ξόρκι της θλίψης. Το παρωνύμιό του παραπέμπει στον Μπαχ και φαίνεται ταιριαστό για έναν παραμυθά, ο οποίος μελωδεί σε φαντασιακές παραλλαγές τις συμφορές της ανεστιότητας. Τα παραμύθια του Σεβαστιανού ήταν παράξενες, λυπητερές ιστορίες που απηχούσαν την απόγνωση των ακροατών του και την ίδια στιγμή την παρηγορούσαν γιατί μιλούσαν για άλλους πόνους, μακριά τους. Οι εξιστορήσεις του εγκιβώτιζαν υπερχρονικές παραβολές, οράματα και ονειροφαντασίες, πάθη απόκληρων και δράματα του δρόμου, εξωραϊσμένα σε μύθους, ενώ η συναίρεσή τους αντηχούσε σαν «πολυφωνικό τραγούδι». Μετά την πυριφλεγή αποδημία του οι ιστορίες του μετοίκησαν σε φύλλα χαρτιού που υπερίπταντο σαν άσβεστες στάχτες στην πόλη.

Η ρυμοτομία του επίνειου τόπου κυοφορεί μυθοπλαστικές επίνοιες, καθώς οι τομείς του λιμανιού αντιστοιχούν στα είκοσι τέσσερα γράμματα της αλφαβήτου. Στη γειτνίαση των πολεοδομικών συγκροτημάτων εκκολάπτονται αναρίθμητες αφηγήσεις, ενόσω η περιπλάνηση των ηρώων στα γράμματα της πόλης αναρριπίζει λόγια που μαρτυρούν άπειρα ενδεχόμενα ύπαρξης.

Το μυθιστόρημα του Χρυσού δεν κατατείνει απλώς σε ένα αναπεπταμένο σχεδίασμα του αστικού ζόφου, αλλά συνθέτει και μια θερμότατη ελεγεία για τα παυσίλυπα φάσματα της γλώσσας. Ακούγοντας τους μύθους του Σεβαστιανού, οι άστεγοι του βιβλίου ανοίγονται ψευδαισθητικά σε μια ζωή πλατύτερη από εκείνη την πεζή, που καθημερινά ιχνηλατούν τα βήματά τους. Στο καταληκτικό μέρος του μυθιστορήματος ένας αλλόφρων γραφιάς, στοιχειωμένος από τη διάπυρη σκιά του Σεβαστιανού, αποζητεί στη γραφή το ιδιόλεκτο της εξιλέωσης. Οι λέξεις του, αποκυήματα πένθους, προσφέρονται ως κτερίσματα στον νεκρό παραμυθά.

Λιμασμένοι και κακορίζικοι, καθημαγμένοι, εγκαταλελειμμένοι σε ένα απόκοσμο, φαιόχρωμο τοπίο, κυκλωμένοι από άτρωτους δαίμονες, οι ήρωες βουλιάζουν σε έναν κόσμο τίγκα στα σκουπίδια, ελπίζοντας να καθυστερήσει η μετακομιδή στη χωματερή. Την απελπισία αντιμάχεται η λυσσώδης απόφαση της επιβίωσης. Κάτω από υπόστεγα, πάνω στα πεζοδρόμια, σωριασμένοι σε πλατείες, παγκάκια και αποβάθρες, αναδιπλωμένοι σε σκοτεινές κόγχες, οι άστεγοι κάθε ώρα ψυχομαχούν, σαλεμένοι από τη λόξα τους να αρπάζονται με λύσσα από τη ζωή. Οπως συλλογίζεται κάποιος, όσο και αν ζορίζεσαι, «αρπάζεσαι από μια εικόνα και ματώνεις νύχια και δόντια να κρατηθείς αγκιστρωμένος».

Ούτε ευμεγέθης νουβέλα, ούτε συλλογή ομοθεματικών διηγημάτων, ούτε σπονδυλωτό αφήγημα. Το βιβλίο του Χρυσού είναι αμιγώς μυθιστόρημα, από αυτά που σπανίζουν στην ελληνική αγορά. Με δαιδαλώδη πλοκή που απλώνεται σε επάλληλες εκβλαστήσεις, με μια εξοντωτικά μεθοδευμένη σύνθεση, με χαρακτήρες απτούς, απολύτως ένσαρκους, και με γλώσσα που καταδεικνύει με τις επιτεύξεις της το επίπονο παίδεμά της και την άρδευσή της από ποικίλες κοίτες, το μυθιστόρημα είναι, χωρίς αμφιβολία, ένα από τα σημαντικότερα της περασμένης χρονιάς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ