ΕΤΙΚΕΤΕΣ: K9

Λοιπόν, εγώ ζηλιάρης δεν είμαι. Ζηλιάρες άλλωστε είναι οι γάτες, το πιστοποιεί και ο αθάνατος ελληνικός κινηματογράφος διά στόματος Βασίλη Λογοθετίδη, από το μακρινό ’56. 

Αν όμως έχω στη ζωή μου κάποτε ζηλέψει κάτι, είναι οι άνθρωποι που έχουν σκοπό. Ξέρετε, αυτοί που από νήπια ζωγραφίζουν αεροπλάνα, βουίζουν σαν αεροπλάνα, διακοσμούν με αφίσες αεροπλάνων τα παιδικά τους δωμάτια και ξέρουν ότι, κάποια μέρα, θα γίνουν πιλότοι! Αυτούς τους ανθρώπους τούς ονομάζω «τηλεφακούς». Μακρινός στόχος, ξεκάθαρα εστιασμένος, στενό οπτικό εύρος, μικρό βάθος πεδίου. Με άλλα λόγια, ένας και μόνος προορισμός. Μία μοναδική εγγύηση επιτυχίας και διάκρισης. Οι πρωταθλητές της ζωής ξεκίνησαν όλοι ως τηλεφακοί. 

Από την άλλη, έχουμε τους «ευρυγώνιους». Αυτούς που τα βλέπουν όλα ενδιαφέροντα, αλλά δεν παθιάζονται ποτέ με κάτι συγκεκριμένο. Αυτοί οι τύποι τσιμπολογάνε εμπειρίες ζωής, και το καθημερινό τους τραπέζι είναι ένα μενού γευσιγνωσίας, όχι μια σπεσιαλιτέ που θα ενθουσιάσει «κοινό και κριτικούς». Περνάμε καλά, οι ανήκοντες σε αυτή την οικογένεια, αλλά δεν αφήνουμε το στίγμα μας. Μάλλον απολαμβάνουμε να αναγνωρίζουμε το στίγμα των άλλων, γιατί η αναγνώριση του ταλέντου είναι κι αυτή ένα ταλέντο από μόνη της (ή τουλάχιστον, έτσι λέμε μόνοι μας). 

Ε, λοιπόν, πρόσφατα ανακάλυψα ότι υπάρχει και τρίτη κατηγορία. Η φίλη μου και συνάδελφος Τασούλα Επτακοίλη της «Καθημερινής» είναι όλη αυτή η κατηγορία. Από μόνη της. Όταν διάβασα το πρώτο της μυθιστόρημα, είχα την εντύπωση ότι κρατάω στα χέρια μου το πόνημα ενός ψημένου συγγραφέα. Κι ας το έγραψε στα... (σιγά μη σας πω, γκουγκλάρετέ το μόνοι σας). Κι όταν, την αμέσως επόμενη χρονιά, το ’17, μας χάρισε τον Γουργούρη, το πιο συγκινητικό, το πιο ανυπόκριτο, το πιο «καλό κι αγαθό» τεκμήριο αθωότητας που καταχρηστικά κατατάσσεται στην παιδική λογοτεχνία, κοινώνησα μια αληθινή Αποκάλυψη: ότι μπορεί κανείς να αλλάξει φακό στην κάμερα του μυαλού του σε οποιαδήποτε φάση της ζωής του. Δεν έχω καταλάβει ακόμα αν είναι κάτι που κρύβεται μέσα σου και κάποια στιγμή ξεπηδάει σαν Alien (οκέι, ατυχής παρομοίωση...) ή αν καλλιεργείται μυστικά μέχρι να φτάσει στην κρίσιμη μάζα του. Αλλά συμβαίνει. Και το ότι συμβαίνει, χαρίζει αναλαμπές ελπίδας σε όλους.

Δύο χρόνια μετά τον Γουργούρη (για την ακρίβεια χτες, αν με διαβάζετε Κυριακή), η Τασούλα παρουσιάζει ένα ακόμα ζώο που θα αναλάβει το βαρύ φορτίο να μας κάνει ανθρώπους. Στην αρχή, αφηρημένος όπως είμαι, νόμιζα ότι λέγεται «Γκαρής» (κατά το Ντορής, Ψαρής κ.λπ.). Όμως είναι Γκάρης. Το μόνο που γνωρίζω είναι ότι πρόκειται για έναν γαϊδαράκο που θα με κάνει να σοροπιάσω πάλι, γιατί –εκτός των καινών δαιμονίων που θα ανακινήσει μέσα μου– θα μου θυμίσει και την κουρίτα (γαϊδουρίτσα) των παιδικών μου χρόνων στη Μήλο. Και εκείνο που υποπτεύομαι είναι ότι ο Γκάρης έχει και επώνυμο: το επώνυμό του είναι Κούπερ και θα γίνει ο νέος ζεν πρεμιέ στις βιβλιοθήκες των παιδιών με μπαμπάδες και μαμάδες που καταλαβαίνουν ότι τα ζώα πρέπει να εισβάλλουν στη ζωή των ανθρώπων από νωρίς. Ειδικά όταν η πρώτη τους ανάσα βγαίνει μέσα από την πένα της μαμάς του Γουργούρη.

Θα ’θελα να ’μουνα παιδί, να μου διαβάσει κάποιος τον Γκάρη και να με πάρει ο ύπνος.  ■

Εκδόσεις Πατάκης. Εικονογράφηση: Στέλλα Στεργίου.
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ