ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πατέρας και γιος. Μια σχέση που δεν ευοδώνεται πάντα. Μια εξίσωση που δεν είναι προορισμένη να καταλήγει οπωσδήποτε σε λύση. Φευ, τα παραδείγματα (λογοτεχνικά και μη) είναι τόσο πολλά, που μπορούν να δημιουργήσουν μια ολόκληρη «μυθολογία» γύρω από το πώς διαμορφώνεται η συνθήκη του γεννήτορα με το τέκνο του. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος στο τελευταίο του βιβλίο, «Ολομόναχος» (εκδ. Μεταίχμιο), σκάβει τα θεμέλια της οικογενειακής ιστορίας του και φέρνει στην επιφάνεια ένα μυστικό που καθόρισε τη σχέση με τον πατέρα του. Μιλώντας στην «Κ», αναφέρεται στη λυτρωτική διάσταση της λογοτεχνίας και στην ανάγκη του συγγραφέα να μιλήσει για τα απολύτως προσωπικά του ζητήματα.
 
– Υπάρχει μια έντονη υφολογική σύνδεση στα δύο τελευταία βιβλία σας. Το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι πρόδηλο. Πώς προέκυψαν;
– Ο «Ολομόναχος» προέκυψε κατόπιν πρόσκλησης του εκδοτικού οίκου Éditions du sonneur προκειμένου να ενταχθεί στη σειρά «Ce que la vie signifie pour moi» (Τι σημαίνει η ζωή για μένα). Η πρόσκληση ήρθε την ώρα που –στη δίνη ενός απρόβλεπτα άγριου διαζυγίου– έβλεπα τη σχέση μου με τον γιο μου να οδηγείται σε αδιέξοδο. Η ιστορία της ζωής του πατέρα μου και το καθρέφτισμά της στη δική μου ζωή μού φάνηκε το καταλληλότερο υλικό. Μόνη μου έγνοια ήταν η αντίδραση της μητέρας μου στη δημοσιοποίηση ενός μυστικού που μοιράστηκε με τον πατέρα μου επί μισόν αιώνα. Φαίνεται πως ήταν προπονημένη από τις μικροσκοπικές ιστορίες του «Γραφικού χαρακτήρα», γιατί όταν της μίλησα για τη γαλλική έκδοση, έκπληκτη με ρώτησε: «Γιατί όχι και στα ελληνικά;».
 
– Πού τελειώνει η αναδίφηση στην προσωπική ιστορία και πού αρχίζει η μυθοπλασία;
– Το υλικό των δύο τελευταίων βιβλίων μου είναι καθαρά αυτοβιογραφικό. Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει τίποτε επινοημένο μέσα σε αυτά. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε ασφαλώς λογοτεχνική κατεργασία του υλικού – πάει να πει ότι το ύφος της αφήγησης δουλεύτηκε εξαντλητικά. Το περιεχόμενο όμως παρέμεινε ατόφιο, όπως έχει διασωθεί στη μνήμη – τη δική μου και της μητέρας μου. Στα προηγούμενα βιβλία μου βρίσκονται διάσπαρτα αυτοβιογραφικά στοιχεία, αόρατα για τον αναγνώστη, καθώς σκεπάζονται από αλλεπάλληλα στρώματα επινοημένου υλικού.
 
– Υπάρχει λύτρωση μέσω της λογοτεχνίας;
– Ασφαλώς ναι! Αν κάποιος έχει βιώσει τη λυτρωτική εμπειρία της ανάγνωσης ενός σπουδαίου βιβλίου, τότε εύκολα υποθέτει πόσο λυτρωτική μπορεί να είναι η αναμέτρηση ενός συγγραφέα με τα φαντάσματά του. Η συγγραφή του «Ολομόναχου» υπήρξε μια διαδικασία οδυνηρή, αλλά, ταυτοχρόνως, σωτήρια. Το βιβλιαράκι αυτό λειτούργησε ως ουρανόπεμπτο σωσίβιο στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής μου...
 
– Οι αναγνώστες συχνά επιθυμούν να δουν από την κλειδαρότρυπα τη ζωή του συγγραφέα. Σας προβλημάτισε αυτό;
– Εχω θελήσει κι εγώ να μάθω περισσότερα για τη ζωή ενός συγγραφέα που θαυμάζω. Γνωρίζοντας πράγματα για τη ζωή του είναι σαν να βαδίζω προς την πηγή απ’ όπου άντλησε την έμπνευσή του. Η χρήση της λέξης «κλειδαρότρυπα», όμως, με κάνει να πιστεύω ότι υπονοείτε μια σκανδαλοθηρική ματιά. Οχι, δεν με προβλημάτισε πολύ αυτό. Ο σκανδαλοθήρας αναγνώστης μάλλον θα απογοητευθεί, αν και πιστεύω πως δεν θα ασχοληθεί καν με την περίπτωσή μου. Το σταρ σίστεμ τού προσφέρει απλόχερα πολύ μεγαλύτερες συγκινήσεις...
 
– Ο ποιητής Τζον Νταν έλεγε πως κανένας άνδρας δεν είναι νησί. Ολομόναχος μπορεί να υπάρξει;
– Και ο Γιάννης Ρίτσος έλεγε πως «...καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα, μονάχος στη δόξα και στο θάνατο». Και αμέσως μετά: «Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Αφησέ με νάρθω μαζί σου». Υποθέτω επειδή κανείς δεν μπορεί να πορευθεί ολομόναχος για πολύ.


Το εξώφυλλο του «Ολομόναχου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
 
– Θεωρούμε τη σχέση μητέρας - γιου την πλέον ουσιαστική. Φαίνεται, όμως, πως εκείνη με τον πατέρα δρα υπόγεια και καθορίζει.
– Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να τις συγκρίνουμε. Γιατί, δηλαδή, δεν μπορεί να είναι εξίσου ουσιαστικές και καθοριστικές; Μου θυμίζει εκείνο το «ποιον απ’ τους δυο αγαπάς περισσότερο;» που απευθύνεται στα μικρά παιδιά φέρνοντάς τα στην πιο δύσκολη θέση. Μα «και τους δυο» είναι η απάντηση, ακόμη και αν τους αγαπάει κάποιος με τελείως διαφορετικό τρόπο.
 
– Είναι καλό να γνωρίζουμε τα κρυμμένα μυστικά μιας οικογένειας. Ιδίως της δικής μας;
– Είναι καλό να υπάρχουν μυστικά σε μια οικογένεια; Το μυστικό που καθόρισε τη ζωή του πατέρα μου ήταν αυτό που τον έκανε να μοιάζει ακατανόητος. Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα εάν γνώριζα την αλήθεια; Φοβάμαι πως δεν υπάρχει απάντηση. Αυτό που γνωρίζω εκ των υστέρων είναι πως από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε το μυστικό του, όλα βγάζουν νόημα. Η στάση του απέναντί μου έπαψε να είναι ασυνάρτητη. Και η δική μου στάση απέναντι στα πράγματα απέκτησε ρίζες... Αν κρίνω από τη δική μας περίπτωση, τότε ναι, είναι καλό να γνωρίζουμε τα μυστικά της οικογένειάς μας.
 
– Πότε αισθάνεται έτοιμος ένας συγγραφέας να μιλήσει για τα «δικά» του δίχως παραμορφωτικό καθρέφτη;
– Ενας συγγραφέας μιλάει μονίμως για τα δικά του, κάτω από τον μεγεθυντικό φακό της μυθοπλασίας. Ενα φακό που εστιάζει και αναδεικνύει. Στην περίπτωση του «Ολομόναχου» η ζωή η ίδια μού πρόσφερε ένα υλικό που ίσως και να μην είχα μπορέσει ποτέ να επινοήσω. Θα μπορούσα να μην έχω δηλώσει την αυτοβιογραφική καταγωγή, αλλάζοντας ονόματα ή μεταθέτοντας το θέατρο της δράσης. Η επισήμανση πως πρόκειται για αφτιασίδωτο βιωματικό υλικό περισσότερο αποτελεί φόρο τιμής στα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
 
– Ο παράγοντας «αυτολογοκρισία» μπαίνει στην εξίσωση της συγγραφής ενός τέτοιου βιβλίου;
– Φυσικά και μπαίνει. Ιδίως όταν έχεις να κάνεις με ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα ανθρώπων τους οποίους αγαπάς και νοιάζεσαι. Αν δεν είχα τη συναίνεση της μητέρας μου, ας πούμε, ο «Ολομόναχος» δεν θα είχε εκδοθεί καν στα ελληνικά. Από την άλλη, αν έπρεπε να αποσιωπήσω πράγματα με αποτέλεσμα να μην πω τελικά αυτό που θέλω, δεν θα είχα ξεκινήσει καν να γράφω.
 
– Επήλθε η ηρεμία, η γαλήνη ή η αποδοχή όταν ολοκληρώσατε το βιβλίο;
– Επήλθε ανακούφιση για την ολοκλήρωση μιας ακόμη δουλειάς. Η συμφιλίωση με το φάντασμα του πατέρα μου και η αποδοχή του γεγονότος ότι μοιράζομαι πολλά μαζί του είχαν συντελεστεί σε ένα στάδιο ενδοσκόπησης και αυτοανάλυσης που προηγήθηκε και προκάλεσε τη συγγραφή του βιβλίου. Οσο για την ηρεμία και τη γαλήνη... Αν ισχύει η «προφητεία» του υποτίτλου, τότε αργούν πολύ ακόμη.
 
– Ιστορίες με πατέρες. Ερχεται στον νου η περίπτωση του Κάφκα, του Μοντιανό, του Μπρικνέρ. Καμία δεν είχε ευτυχή κατάληξη.
– Επιτρέψτε μου να προσθέσω στην καλή παρέα και τον Ρομπέρτο Μπολάνιο. Δεν ξέρω ποια ήταν η σχέση με τον πατέρα του· πάντως, ενώ ο «Ολομόναχος» τυπωνόταν στη Γαλλία, έπεσα πάνω σε μια φράση του από το «2666» που συνοψίζει αφοριστικά την υπόθεση: «Κανένας», λέει, «δεν ξέρει τίποτα για τον πατέρα του. Ενας πατέρας είναι μια κατασκότεινη στοά μέσα στην οποία βαδίζουμε στα τυφλά ψάχνοντας την πόρτα εξόδου».
 
– Ποιος είναι ο πιο δύσκολος ρόλος; Να είσαι γιος ή πατέρας ενός γιου;
– Στα 15 μου πίστευα πως δεν υπήρχε τίποτε δυσκολότερο από το να είσαι γιος. Στα 55 μου πιστεύω πως δεν υπάρχει τίποτε δυσκολότερο από το να είσαι πατέρας, αλλά φαντάζομαι πως ο γιος μου διαφωνεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ