ΒΙΒΛΙΟ

Γλώσσα υπό διωγμόν

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΥΡΙΜΗ
Η θάλασσα στο χιόνι
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 140


Με το πρώτο της βιβλίο η Ελευθερία Κυρίμη αποτολμά να αναμετρηθεί με το ιστορικό παρελθόν της Βόρειας Ελλάδας, ένα παρελθόν τόσο εκρηκτικό που μοιάζει με πυριτιδαποθήκη. Η ηρωίδα της πηγαίνει ως αναπληρώτρια φιλόλογος στο σχολείο μιας κωμόπολης έξω από τη Φλώρινα. Στην πρώτη σελίδα διακρίνει μέσα από τα θολά τζάμια του λεωφορείου «παράξενα τοπία μιας Ελλάδας» που δεν γνώριζε. Εχει την αίσθηση πως δρασκελίζει «κάποια σύνορα». Η αίσθηση αυτή αναρριπίζει έναν απροσδιόριστο φόβο, ο οποίος εντείνεται όταν ο διευθυντής του σχολείου τής επισημαίνει πως βρίσκεται σε μια «ιδιαίτερα ευαίσθητη» περιοχή και πως το παιδαγωγικό της καθήκον είναι πρωτίστως πατριωτικό.

Η Κυρίμη εκμεταλλεύεται τις σπουδές της στην Ιστορία για να αποδώσει τη σύγκρουση της πρωταγωνίστριας με το θεσμικό ιστορικό αφήγημα που λιτανεύουν οι εθνικές επέτειοι και οι παρελάσεις. Το εκπαιδευτικό της χρέος να διδάξει το ένδοξο αρχαιοελληνικό παρελθόν, έρχεται σε δριμεία αντίθεση με τη δική της πρόσληψη της Ιστορίας. Για εκείνη η Ιστορία είναι η ζώσα καθημερινότητα. Το μικρό διάστημα της παραμονής της στην κωμόπολη την πείθει ότι και οι μαθητές βίωναν το παρελθόν του τόπου σαν ένα ενεργό πεδίο διαλόγου, που άνοιγε χώρο σε όσα αποσιωπούσαν τα σχολικά εγχειρίδια. Με την παρότρυνση της καθηγήτριας, καμιά δεκαριά μαθητές συνεργάζονται σε μια εξωσχολική, ιστοριογραφική εργασία, βασισμένη σε προφορικές μαρτυρίες των γεροντότερων κατοίκων της περιοχής. Οι ηχογραφήσεις αναβίωναν φωνές εξόριστες, μισογκρεμισμένες και χαμηλόφωνες, εκδιωγμένες από την ελληνική γλώσσα. 

Η εργασία που αναλαμβάνουν οι μαθητές, προσφέρει στην Κυρίμη το μυθοπλαστικό πρόσχημα για να θίξει το διακεκαυμένο ζήτημα της σλαβοφωνίας και τον κρατικό σχεδιασμό της εξάλειψής της. Παραθέτοντας τις μαρτυρίες σλαβόφωνων της Βόρειας Ελλάδας, διεγείρει «τις μνήμες του πόνου», αλλά συνάμα δίνει φωνή σε τραυματικές σιωπές. Στόχος του προβληματισμού της δεν είναι η αμφισβήτηση της ομοιογένειας της ελληνικής ταυτότητας, θα πρόσθετα μάλιστα ότι δεν την ενδιαφέρει η σχετική συζήτηση, αλλά η ανάδειξη της γλώσσας ως του μείζονος θυλάκου της Ιστορίας. Κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι το έγκλημα της απαγόρευσης μιας γλώσσας από τη στιγμή που κρίνεται επικίνδυνη, εξαιτίας της ασυμβατότητάς της με την «εθνικά ορθή Ιστορία». Οι σλαβόφωνοι έχασαν κάθε δυνατότητα πατρίδας, όταν τους απαγόρευσαν να μιλούν τη μητρική τους γλώσσα, τη μόνη ικανή να αρθρώσει την έννοια του σπιτιού.

Περιδιαβαίνοντας τα λασπωμένα, κατερειπωμένα χωριά της περιοχής, η ηρωίδα συλλογίζεται πως «οι πινακίδες με τα ελληνοπρεπή ονόματα των χωριών» έμοιαζαν με ανορθογραφίες. Ηταν ταφόπλακες, που έθαβαν τις παλιές ονομασίες. Ομως και την ίδια πολιορκούν φαντάσματα και φωνές όπου αντηχεί ένας πόνος χωνεμένος. Με μάνα φευγάτη, έναν πατέρα νεκρό και μια γιαγιά που της μιλά χαϊδευτικά από το υπερπέραν, τη συντρίβει το αίσθημα απορφανισμού. Στους εφιάλτες της στριγγλίζουν οι λέξεις που της στέρησαν οι αγαπημένοι της. Η ιδιωτική της ιστορία ένα ναρκοπέδιο, σαν αυτό που σκεπάζουν οι λάσπες της κωμόπολης. 

Η Κυρίμη προχωρά θαρραλέα, αλλά και προσεκτικά, σε τεντωμένο σκοινί, τανυσμένο οριακά τον τελευταίο καιρό. Με νηφαλιότητα αντιτίθεται στην επίκληση ενός καθ’ ολοκληρίαν άχραντου και μεγαλειώδους παρελθόντος, το οποίο πρέπει να φυλάσσεται ανέγγιχτο και μονοσήμαντο. Η απροκατάληπτη σχέση με το παρελθόν εγγυάται την εγρήγορσή μας απέναντι στην εκάστοτε ιστορική στιγμή. Η ιστορική συνείδηση είναι ένα παλίμψηστο, φτιαγμένο από «πολλά επικαλυπτόμενα στρώματα μνήμης». Οταν σκεφτόμαστε το παρελθόν, έχουμε το βλέμμα μας στραμμένο στο παρόν. Η μνήμη είναι πάντοτε ανάγκη ενεστωτική. Καταφεύγουμε σε αυτή για να καταφέρουμε να διανύσουμε την επόμενη ημέρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ