ΕΛΛΑΔΑ

Η αναθεώρηση μιας κρίσιμης διάταξης στον νέο Ποινικό Κώδικα

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΑ Ε. ΔΑΗ*

Μία από τις κρίσιμες για την οικονομία διατάξεις, που επρόκειτο να αναθεωρήσει το σχέδιο του νέου Ποινικού Κώδικα, είναι αυτή της απιστίας.

Στο ποινικό δίκαιο, η απιστία του άρ. 390 Π.Κ. αποδίδει εν ευρεία εννοία την αθέτηση του λεγόμενου καθήκοντος «πίστεως» του διαχειριστή ξένης περιουσίας έναντι του φορέα της. Ο διαχειριστής της ξένης περιουσίας οφείλει να την προστατεύει και να ενεργεί προς το συμφέρον της. Η πρόκληση περιουσιακής ζημίας λόγω της κακοδιαχείρισης συγκροτεί αντικειμενικώς την απιστία. Βεβαίως, στην επιχειρηματική ζωή το ενδεχόμενο της ζημίας πάντα υπάρχει, είναι το αποδεκτό ρίσκο του επιχειρηματία· εδώ ενδιαφέρει η ζημία που συνδέεται αιτιωδώς με κακοδιαχείριση, δηλαδή με λήψη αποφάσεων που, με επιχειρηματικά κριτήρια, κρίνονται εσφαλμένες.

Ποιος, όμως, έχει το δικαίωμα να θέσει σε κίνηση την ποινική διαδικασία για απιστία; (Δεν μιλάμε για άλλα αδικήματα που τυχόν έχουν διαπραχθεί και θίγουν και τρίτους, π.χ. καταδολίευση δανειστών ή χειραγώγηση μετοχής). Ποινική εμπλοκή δεν σημαίνει, ασφαλώς, καταδίκη. Εχει, όμως, άμεση αρνητική επίδραση στη λειτουργία της επιχείρησης. Οδηγεί σε μια πολυετή εμπλοκή που, πέραν της προσωπικής ταλαιπωρίας των ελεγχομένων, διαταράσσει τη ζωή του νομικού προσώπου. Δημιουργεί αβεβαιότητα και ανασφάλεια στα στελέχη του και δυσκολεύει τη λήψη αποφάσεων και ρίσκων, που είναι σύμφυτες με την επιχειρηματικότητα.

Σημαίνει όμως και κάτι άλλο: επιβάρυνση των δικαστικών αρχών, που έτσι βρίσκονται στη δύσκολη θέση να πρέπει να κρίνουν εάν μια επιχειρηματική απόφαση ήταν –με επιχειρηματικά κριτήρια και μάλιστα του συγκεκριμένου τομέα– ορθή. Ουσιαστικά δηλαδή να μπουν στη θέση εκείνου που έλαβε την απόφαση και να την κρίνουν, ως επιχειρηματίες, ενώ προφανώς δεν είναι. Στην οικονομική ζωή, οι περιουσίες ανήκουν σε εταιρείες (ή –σε τελευταία ανάλυση– στους μετόχους τους), αλλά τις διαχειρίζονται διοικητικά συμβούλια. Ποιος είναι σε θέση να εκτιμήσει καλύτερα από κάθε άλλον αν η ζημία της εταιρείας είναι αποδεκτή, αν δικαιολογείται από το επιχειρηματικό ρίσκο που είναι ενδιάθετο σε κάθε επιχείρηση; Ο μέτοχος.

Κατά λογική αναγκαιότητα λοιπόν, ο μέτοχος, –ατομικώς ή ως μειοψηφία–, πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζητήσει κυρώσεις ποινικές (πέρα από τις αστικές) για την κακοδιαχείριση. Είναι ο αμέσως ζημιωθείς. Αυτός αποφασίζει αν είναι σκόπιμο να σύρει στα ποινικά δικαστήρια το διοικητικό συμβούλιο. Από διαφορετική σκοπιά: Δικαιούται ο μέτοχος να αποφασίζει ακόμη και ότι δεν θέλει να εμπλακεί το διοικητικό του συμβούλιο σε ποινική διαδικασία, γιατί π.χ. κρίνει ότι δεν συμφέρει επιχειρηματικά. Τη δική του περιουσία διαχειρίζεται στο κάτω κάτω της γραφής. Πέραν του μετόχου δικαιολογείται η εμπλοκή άλλων στην ποινικοποίηση μιας ζημιογόνου επιχειρηματικής απόφασης; Κατ’ αρχάς όχι. Δική του είναι η περιουσία, δεν πέφτει λόγος σε τρίτο. Οι μέτοχοι εξάλλου δεν είναι ανήλικοι ή ανήμποροι για να θέλουν ειδική προστασία, αλλά ενήλικες επενδυτές.

Δύο ζητήματα ανακύπτουν εδώ: Μήπως μπορεί το διοικητικό συμβούλιο να εμποδίσει την αναζήτηση των ποινικών του ευθυνών; Οχι αν η άσκηση ποινικής δίωξης είναι διαμορφωμένη ως δικαίωμα της μειοψηφίας. Αλλά και πέραν του μετόχου, υπάρχουν, στη σύγχρονη Α.Ε., άλλα όργανα (ελεγκτές, επιτροπές εσωτερικού ελέγχου βάσει της εταιρικής διακυβέρνησης), που είναι πιο κατάλληλα από τον οποιονδήποτε τρίτο να διακρίνουν αν μία ζημία οφείλεται σε κακοδιαχείριση ώστε να τίθεται ζήτημα ποινικής ευθύνης.

Αν η επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας εξελίσσεται σε έναν τομέα γενικότερου ενδιαφέροντος για την οικονομία, αλλάζει αυτό κάτι; Οχι στην πραγματικότητα. Εάν η επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας αναπτύσσεται σε έναν ζωτικό τομέα θα υπόκειται στον έλεγχο μιας εποπτεύουσας αρχής (π.χ. Τράπεζα της Ελλάδος)· η τελευταία έχει τις τεχνικές δυνατότητες να διακρίνει αν τίθεται θέμα κακοδιαχείρισης, δικαιολογείται λοιπόν να θέσει σε κίνηση την ποινική διαδικασία.

Τεχνικά μιλώντας: Η απιστία πρέπει να διώκεται μόνον κατ’ έγκληση, των μετόχων, ενδεχομένως και άλλων οργάνων της εταιρείας, ή των εποπτικών αρχών.

Δεν συμβαίνει όμως αυτό. Η απιστία διώκεται αυτεπαγγέλτως! Ο οποιοσδήποτε τρίτος, συχνά άσχετος με τον συγκεκριμένο επιχειρηματικό τομέα, μπορεί να καταθέσει μήνυση την οποία οι εισαγγελικές αρχές οφείλουν να εξετάσουν. Δηλαδή, οι άμεσα παθόντες μέτοχοι σιωπούν, οι ελέγχοντες δεν κινούνται, αλλά ο τυχαίος περαστικός –με οποιοδήποτε κίνητρο– μπορεί να υποβάλει μήνυση. Γιατί είναι αυτεπαγγέλτως διωκόμενο έγκλημα! Οπότε τίθεται σε κίνηση μια ποινική διαδικασία που εξ ορισμού έχει δυσάρεστες συνέπειες για την εταιρεία. Πρόκειται περί παραλογισμού, που έχει άμεσες επιπτώσεις στην οικονομία διότι διευκολύνει τη διατάραξη της ζωής μιας επιχείρησης επί μακρόν, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας στα μάτια των επενδυτών. Ο κάθε σοβαρός επενδυτής κατατάσσει στα αρνητικά της χώρας το γεγονός ότι ο ίδιος ή τα στελέχη του μπορεί να βρεθούν εύκολα μπλεγμένοι σε ποινικές διαδικασίες, κατά γενική ομολογία, μακροχρόνιες.

Ευλόγως, λοιπόν, η νομική κοινότητα χαιρέτισε ως μία σημαντική καινοτομία εκσυγχρονισμού τη διάταξη του νομοσχεδίου για τον νέο Ποινικό Κώδικα που φαινόταν να καθιστά την απιστία ως κατ’ έγκληση διωκόμενο αδίκημα. Η τροποποίηση αυτή συνάδει με την ορθή τάση του νόμου να μετατρέπει τα αδικήματα κατά της ιδιοκτησίας (κλοπή, απάτη) σε κατ’ έγκληση διωκόμενα, αφετέρου δε ανταποκρίνεται στην ανάγκη δημιουργίας φιλοεπενδυτικού κλίματος, ιδίως σχετικά με την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων. Αναίρεσή της θα είναι υποχώρηση του ορθολογισμού, ίσως υπό την πίεση βραχυχρονίων σκοπιμοτήτων.

*Ο κ. Κωνσταντίνος Π. Παπαδιαμάντης είναι εταίρος και η κ. Δήμητρα Ε. Δαή συνεργάτις της δικηγορικής εταιρείας «POTAMITIS VEKRIS».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ