ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ιωάννης Ληξουριώτης: Το νομοθετείν ως ρεσάλτο

ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΗΣ*

Δεν είναι δυνατόν να υποστηρίξει κανείς σοβαρά ότι το ισχύον σύστημα απολύσεων, όπως και τόσες άλλες νομοθετικές προβλέψεις στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, δεν χρειάζεται νέα εμπνευσμένη και προσεκτική επεξεργασία, ώστε να προσαρμοστούν στη δημιουργική ρευστότητα που δημιουργούν οι συνθήκες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι κοινότοπο, αλλά πρέπει να το υπενθυμίσω: Οταν η ψήφιση νόμων ικανοποιεί ιδεοληψίες και δεν αποβλέπει στη γενική ωφέλεια και την ευδαιμονία όλης της κοινωνίας στη βάση μιας κοινής συνύπαρξης, τότε δεν πρόκειται απλά για άχρηστη νομοθέτηση, αλλά για καταστροφική και διαλυτική χρήση της εξουσίας του νομοθετείν.

Πολύ χειρότερα είναι τα πράγματα όταν η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται το νομοθετείν ως ρουσφετολογικό προεκλογικό μέσο της ύστατης στιγμής, δηλαδή χρησιμοποιεί την εξουσία της με τρόπο πολιτικά ανήθικο, προσφέροντας ποταπά ανταλλάγματα για την υφαρπαγή της ψήφου κάποιων ομάδων πολιτών.

Αφήνω στην άκρη την κατακλυσμιαία επέλευση δεκάδων άλλων φωτογραφικών και συντεχνιακής έμπνευσης διατάξεων τις παραμονές των εκλογών και περιορίζομαι σε αυτές τις ρυθμίσεις που αφορούν τα πολυδιαφημισμένα «εργασιακά μέτρα» της κυβέρνησης και ειδικότερα αυτές που αναφέρονται στο ζήτημα της απόλυσης των μισθωτών. Αυτές που η κυρία Αχτσιόγλου βαφτίζει «ρυθμίσεις-τομές», αλλά που στην πραγματικότητα πρόκειται για μια απόπειρα βίαιης διάλυσης των ισορροπιών που είχαν διαμορφωθεί στον χώρο των εργασιακών σχέσεων μέσα από τη μακροχρόνια εφαρμογή νομοθετικών διατάξεων, επεξεργασμένων και ερμηνευμένων επί δεκαετίες από τη νομολογία των δικαστηρίων και τη θεωρία του εργατικού δικαίου.

Θυμίζω ότι οι πρώτοι νόμοι για το θέμα της απόλυσης θεσπίστηκαν στη χώρα μας από την κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου το 1920, δηλαδή εδώ και εκατό χρόνια. Τότε, βεβαίως, όταν νομοθετούσε ο φιλελεύθερος Βενιζέλος, είχε δίπλα του κορυφαίους νομοδιδασκάλους, όπως ο Κων/νος Τριανταφυλλόπουλος, ο Κω/νος Ρακτιβάν και ο Γεώργιος Μπαλής. Και, προσοχή, η ψήφιση τότε του νόμου για τις απολύσεις δεν έγινε ως ρουσφέτι πέντε ημέρες πριν από τις εκλογές! Σε κάθε περίπτωση, την εποχή εκείνη η Ελλάδα πρωτοπόρησε στην προστασία των εργαζομένων από την απόλυση, ενώ προϊόντος του χρόνου, με μεταγενέστερες τροποποιήσεις και προσθήκες, διαμορφώθηκε ένα κανονιστικό σύστημα λύσης της σύμβασης αορίστου χρόνου, το οποίο σε σημαντικό βαθμό αντεπεξήλθε με επάρκεια στις κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες της χώρας, τουλάχιστον για το μεγαλύτερο διάστημα του 20ού αιώνα.

Απαιτούνται σήμερα βελτιώσεις και αλλαγές σε αυτό το σύστημα; Αναμφισβήτητα ναι. Ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες, οπότε είναι εμφανές ότι η κοινωνία, η οικονομία, οι παραγωγικές διαδικασίες και, πάνω απ’ όλα, η τεχνολογία αλλάζουν με πρωτόγνωρες ταχύτητες. Το σήμερα δεν είναι σαν το χθες και είμαστε συνεχώς σε αναμονή των αιφνιδιασμών του αύριο. Δεν είναι, λοιπόν, δυνατόν να υποστηρίξει κανείς σοβαρά ότι το ισχύον σύστημα απολύσεων, όπως και τόσες άλλες νομοθετικές προβλέψεις στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, δεν χρειάζεται νέα εμπνευσμένη και προσεκτική επεξεργασία, ώστε να προσαρμοστούν στη δημιουργική ρευστότητα που δημιουργούν οι συνθήκες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Ειδικότερα, σε μια Ελλάδα που αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας, θηριώδη ανεργία και «μαύρη» αγορά εργασίας, θα πρέπει να αναστοχαστούμε σοβαρά πάνω στις υφιστάμενες νομοθετικές επιλογές, που, είναι εμφανώς ανεπαρκείς για τη διαχείριση της πολυπλοκότητας των νέων δεδομένων.

Ωστόσο, ο αναστοχασμός για την προσαρμογή των ρυθμίσεων του εργατικού δικαίου στις ανάγκες του 21ου αιώνα και οι «ρυθμίσεις-τομές», για τις οποίες μιλάει η κυρία Αχτσιόγλου, είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα. Οι «ρυθμίσεις-τομές» δεν γίνονται στον ευαίσθητο χώρο της εργασίας και της επιχειρηματικότητας με νομοθετικές εφόδους τύπου «Ρουβίκωνα», όπως συνέβη με τις πρόσφατες προεκλογικές εμβαλωματικές διατάξεις. Οι διατάξεις αυτές, λόγω της προφανούς ασυμβατότητάς τους με το όλο σύστημα του δικαίου των απολύσεων, όχι μόνο δεν συντελούν θετικά αλλά επιτείνουν τα ήδη υφιστάμενα προβλήματα και υπονομεύουν τη δημιουργία των αναγκαίων ισορροπιών για τη συνοχή και τη λειτουργία της κοινωνίας και της οικονομίας. Το νομοθετείν ως ρεσάλτο μπορεί να ικανοποιεί την ιδεοληπτική ματαιοδοξία των κυβερνώντων, μπορεί να προσαρμόζεται με τις φαντασιώσεις περί σωτηρίας της εργατικής τάξης από την «αιμοδιψή επιχειρηματικότητα», αλλά δεν έχει καμία σχέση με τη Δημοκρατία. Το μόνο που επιτυγχάνει είναι η διάλυση των θεσμών και η επίταση της περιθωριοποίησης της χώρας μας στη διεθνή οικονομική σκηνή.

Τι ανάγκασε λοιπόν την κυβέρνηση να «πιτσιλίσει» το δίκαιο της απόλυσης με αποσπασματικές επιλογές και με μεγαλόστομες διακηρύξεις του τύπου «θεσπίζουμε την υποχρεωτική αιτιολόγηση των απολύσεων», ενεργώντας με μια απίθανη προχειρότητα και χωρίς καμία προετοιμασία, χωρίς καμία προηγούμενη διαβούλευση με τους εκπροσώπους εργαζομένων και εργοδοτών, χωρίς καν να τους ενημερώσει για την πρόθεσή της αυτή, χωρίς, επίσης, να ενημερωθεί και να γνωμοδοτήσει η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, η οποία, κατά το άρθρο 82 του Συντάγματος, αποτελεί την αρμόδια ανεξάρτητη Αρχή για να γνωμοδοτεί επί νομοθετημάτων κοινωνικού και εργασιακού αντικειμένου; Προφανώς, οι ιδεοληπτικές εμμονές της και η ακαταμάχητη ανευθυνότητά της, που δεν της επιτρέπουν να συναισθάνεται τη σπουδαιότητα των πραγμάτων, με άλλα λόγια, να αντιλαμβάνεται στην πραγματικότητα.

Ομως, πράγματι μέχρι σήμερα, όπως διατείνεται η κυρία Αχτσιόγλου, η εργατική νομοθεσία δεν προστάτευε τους εργαζομένους από την αυθαίρετη απόλυση; Πράγματι, επί εκατό χρόνια η εργατική νομοθεσία είχε εγκαταλείψει τον εργαζόμενο έρμαιο της εργοδοτικής ασυδοσίας; Κανένας από την κυβέρνηση δεν είχε ακούσει κάτι για την «καταχρηστική απόλυση»; Κανένας δεν είχε ακούσει ότι οι απολύσεις, κατά την πάγια νομολογία των δικαστηρίων, είναι νόμιμες και θεμιτές μόνο εάν γίνονται για τα «καλώς νοούμενα» επιχειρηματικά συμφέροντα, ενώ θεωρούνται άκυρες εάν γίνονται για εκδικητικούς λόγους ή ως αντίδραση του εργοδότη στη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου ή σε νόμιμες αξιώσεις του; Κανείς από την κυβέρνηση δεν είχε ακούσει ότι η συντριπτική πλειονότητα των εργατικών διαφορών που δικάζονται στα δικαστήρια έχουν ως αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας απόλυσης, την επιδίκαση μισθών υπερημερίας και την επαναπρόσληψη των προσφευγόντων μισθωτών; Ούτε όσοι εκ των «εργατολόγων» κυβερνώντων βιοπορίζονταν επί μακρόν από την αθρόα ευδοκίμηση τέτοιων αγωγών;

Ποιες είναι, λοιπόν, οι ρηξικέλευθες «τομές» που επέφεραν οι πρόσφατες ρυθμίσεις; Τομή θα υπήρχε εάν η κυβέρνηση νομοθετούσε σοβαρά και έγκαιρα και όχι στην προτεραία των εκλογών και εάν επανεξέταζε συστηματικά στο σύνολό τους τις διαμορφωμένες υπό την επίδραση των δεδομένων του προηγούμενου αιώνα ρυθμίσεις περί απόλυσης. Αυτό, όμως, δεν γίνεται με νομοθετικές «πιτσιλιές», αλλά μετά μια σε βάθος συγκριτική μελέτη των συστημάτων απόλυσης που ισχύουν διεθνώς και ιδίως στις χώρες της Ευρώπης και αφού είχε προηγηθεί μια επαρκής διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και των εργοδοτών. Ας ελπίζουμε ότι αυτό θα το επιχειρήσει με τη δέουσα ευθύνη η επόμενη κυβέρνηση.

* Ο κ. Ιωάννης Ληξουριώτης είναι ομότιμος καθηγητής εργατικού δικαίου Παντείου Πανεπιστημίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ