ΕΛΛΑΔΑ

Αρθρο Ν. Αλιβιζάτου στην «Κ»: «Θεσμικοί δολιοφθορείς» οι συνταγματολόγοι;

ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε συνέντευξη που έδωσε την περασμένη Παρασκευή στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (φ. 14-16.6.2019), ο κ. Μιχ. Καλογήρου, υπουργός Δικαιοσύνης, δεν αρκέστηκε να υπερασπιστεί την κυβερνητική άποψη για το θέμα της επιλογής της ηγεσίας του Αρείου Πάγου. Εξέφρασε επιπλέον τη βεβαιότητα ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν θα συμμερισθεί απόψεις που συνιστούν «θεσμικές δολιοφθορές» και γίνονται στο όνομα του Συντάγματος και θα υπογράψει τελικά τα σχετικά διατάγματα.

Υπενθυμίζεται ότι προτού σύσσωμη η αντιπολίτευση αναδείξει την επιλογή της νέας προέδρου και της νέας εισαγγελέως του Αρείου Πάγου σε μείζον πολιτικό ζήτημα, η κοινότητα των συνταγματολόγων είχε θίξει τη θεσμική διάσταση του ζητήματος. Σχεδόν ομόφωνα, οι συνταγματολόγοι είχαμε διατυπώσει την άποψη ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όφειλε να μη σπεύσει, αλλά να αναμείνει την πρόταση που θα του υποβάλει η κυβέρνηση που θα αναδειχθεί από τις προσεχείς εκλογές. Διότι η σημερινή κυβέρνηση, ως προεκλογική, δεν μπορεί να αναλάβει πρωτοβουλίες, όπως η συγκεκριμένη, που εκφεύγει του κύκλου των «τρεχουσών υποθέσεων», στις οποίες, σύμφωνα με καθολικά αποδεκτό συνταγματικό έθιμο, περιορίζονται οι αρμοδιότητές της, ούτε έχει επείγοντα χαρακτήρα (αφού ο νόμος προβλέπει διεξοδικά πώς αναπληρώνονται οι αποχωρούντες δικαστικοί λειτουργοί). Ο μόνος συνταγματολόγος που διατύπωσε αντίθετη γνώμη –με ευπρέπεια, σημειωτέον, και σεβασμό προς την αντίθετη άποψη– ήταν ο κ. Ακρίτας Καϊδατζής, επίκουρος καθηγητής στο ΑΠΘ και γραμματέας της σημερινής κυβέρνησης, από τον οποίο δεν θα μπορούσε βέβαια κανείς να περιμένει να μην εκφρασθεί pro domo.

Και έρχεται λοιπόν τώρα ο καθ’ ύλην αρμόδιος υπουργός να μιλήσει για «θεσμική δολιοφθορά», τελούμενη στο όνομα του Συντάγματος, στην οποία ο αρχηγός του κράτους δεν θα πρέπει να ενδώσει. (Παρ’ ότι θα περίμενα, ειδικά από τον κ. Καλογήρου, να τηρήσει μιαν ελάχιστη έστω απόσταση από αυτούς, δεν θα ασχοληθώ με τους άλλους δύο εν κυβερνήσει συναδέλφους του, οι οποίοι, με πολακική αναίδεια, διατύπωσαν υπαινιγμούς για την αμεροληψία και την ακεραιότητα των συνταγματολόγων.)

Δεν θα επανέλθω στην ουσία των επιχειρημάτων που έχουν διατυπωθεί εκατέρωθεν, πλην ενός, διότι αυτό βρίσκεται πίσω από τον βαρύ χαρακτηρισμό του κ. Καλογήρου και τον προβάλλει ο ίδιος για πρώτη φορά. Κατ’ αυτόν, σε εργαλειοποίηση του Συντάγματος δεν οδηγεί τάχα η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να προτείνει, αν και προεκλογική, τη νέα ηγεσία του Αρείου Πάγου, αλλά η αντίθετη άποψη. Διότι, όπως υποστηρίζει επί λέξει ο κ. υπουργός, αυτή είναι εκείνη που «οδηγεί στην υιοθέτηση του δόγματος ότι τελικώς η ηγεσία της Δικαιοσύνης αποτελεί πολιτικό εργαλείο και ότι μπορούμε, στον βωμό της μικροπολιτικής σκοπιμότητας, να θυσιάζουμε τις συνταγματικά προβλεπόμενες διαδικασίες». Με άλλα λόγια, δεν προσβάλλει το Σύνταγμα η σπουδή της κυβέρνησης να προτείνει τα συγκεκριμένα πρόσωπα και να δεσμεύσει την επόμενη κυβέρνηση για τέσσερα χρόνια, αλλά η αξίωση τάχα της αντιπολίτευσης να επιλέξει εκείνη τους «δικούς» της υποψηφίους. Η άποψη αυτή συνιστά το άκρον άωτον της υποκρισίας, για τους ακόλουθους λόγους:

• Εξ όσων γνωρίζω, κανένας συνταγματολόγος δεν ισχυρίσθηκε ποτέ ότι τη νέα ηγεσία του Αρείου Πάγου θα πρέπει να την επιλέξει ο κ. Μητσοτάκης. Ολοι υποστηρίξαμε ότι θα πρέπει να την προτείνει η κυβέρνηση που θα προκύψει από τις επικείμενες εκλογές. Διότι, για τους λόγους που έχουμε διεξοδικά αναπτύξει, το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος επιβάλλει τη σχετική πρόταση να την κάνει κυβέρνηση που όχι μόνο διαθέτει την εμπιστοσύνη της Βουλής, αλλά που προέρχεται από τη νωπότερη έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, όποια κυβέρνηση και αν είναι αυτή. Αν ο κ. Καλογήρου είναι τόσο βέβαιος ότι η κυβέρνηση αυτή δεν θα είναι του ΣΥΡΙΖΑ αλλά της Νέας Δημοκρατίας και ότι αυτή, διαθέτοντας μάλιστα στην επόμενη Βουλή αυτοδύναμη πλειοψηφία, θα υποδείξει τα όποια φερέφωνά της, τόσο το χειρότερο για τον ίδιο. Εκτός και αν ο κ. υπουργός δεν μπορεί να διακρίνει τι αποτελεί ζήτημα αρχής και τι μικροκομματικό παιχνίδι.

• Αλλά ακόμη και στην ίδια τη λογική του κ. υπουργού, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, το επιχείρημά του δεν ευσταθεί. Διότι, για την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου η κυβέρνηση δεν προτείνει τον δικαστικό λειτουργό που προέκρινε η αρμόδια επιτροπή της Βουλής (:η Διάσκεψη των Προέδρων) με τις περισσότερες ψήφους και ο οποίος, παρεμπιπτόντως, συμβαίνει να είναι αυτός που «πήρε επάνω του» τον χαρακτηρισμό της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης το 2013. Απεναντίας, προέκρινε τη δικαστικό εκείνη, που η Βουλή είχε υποδείξει για την ίδια θέση με πολύ λιγότερες ψήφους και η οποία –«όλως τυχαίως»– ευθύνεται για την άκρως προκλητική αναίρεση της απόφασης των δικαστών του Βόλου για την πολυσχολιασμένη άδεια του αρχηγού της 17Ν. Με άλλα λόγια, η συγκεκριμένη πρόταση της κυβέρνησης, την οποία τόσο ένθερμα υπερασπίζεται ο κ. Καλογήρου, δεν είναι θεσμικά και τόσο άμεμπτη. Δεν του δίνει συνεπώς το δικαίωμα να κάνει μαθήματα θεσμικής δεοντολογίας.

Παρ’ όλα αυτά, ο κ. υπουργός τολμά να χαρακτηρίσει ως «θεσμική δολιοφθορά» την αντίθετη άποψη. Ομως, «δολιοφθορά», κατά τα λεξικά, είναι η προμελετημένη καταστροφή πραγμάτων ή εγκαταστάσεων, προκειμένου να πληγεί ο εχθρός. Με τη λέξη αυτή αποδίδεται στα νεοελληνικά το sabotage, που χρησιμοποιείται στα αγγλικά και στα γαλλικά για στρατιωτικές προπάντων επιχειρήσεις. Ο προηγούμενος σχεδιασμός και η ξεκάθαρη πρόθεση να προκαλέσει μείζονα φθορά είναι το στοιχείο που ξεχωρίζει τον δολιοφθορέα (τον saboteur) από τον κοινό καταστροφέα.

Δεν θα με ξένιζε αν ο κ. υπουργός χρησιμοποιούσε αυτόν τον όρο για τους πολιτικούς του αντιπάλους. Διότι, ειδικά σε προεκλογικές περιόδους, και υπερβολές επιτρέπονται και βαριές εκφράσεις. Εν προκειμένω, ωστόσο, είχαν εκφέρει επώνυμη άποψη για το θέμα σχεδόν όλοι οι συνταγματολόγοι της χώρας, οι περισσότεροι από τους οποίους μάλιστα συμβαίνει να είναι και καθηγητές πανεπιστημίου, και που η πολιτική ένταξή τους –αν έχουν τέτοια ένταξη– δεν είναι το προσδιοριστικό στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Αυτούς λοιπόν κατηγορεί ο κ. υπουργός ότι επιδιώκουν προμελετημένα να τινάξουν τους θεσμούς στον αέρα, προφανώς για να υπηρετήσουν κάποιες άνομες σκοπιμότητες.

Για τον κ. Καλογήρου και τους άλλους υπουργούς της γενιάς του, είχα ελπίσει ότι πολιτικοί τύπου Μένιου Κουτσόγιωργα αποτελούν μακρινό παρελθόν. Και ότι ανέχονται τον πολακισμό μόνον εξ ανάγκης. Προφανώς έπεσα έξω. Φοβάμαι ότι το δηλητήριο της ύβρεως (με τη διπλή σημασία της λέξης) και της συκοφαντίας τούς έχει διαβρώσει και αυτούς. Κρίμα.

* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ