Στο κέντρο της Αθήνας, στα πιο πολυσύχναστα αλλά και αναπτυσσόμενα σημεία του, συσπειρώνεται μια ξενοδοχειακή σκηνή με συγκεκριμένο χαρακτήρα. Είναι τα boutique hotels: ιστορικά κτίρια αναπαλαιώνονται ή ανακατασκευάζονται, διατηρώντας τον χαρακτήρα του αρχικού σχεδιασμού της δεκαετίας τους. Aλλάζοντας χρήση, μετατρέπονται σε ξενοδοχεία με μικρή δυναμικότητα σε κλίνες, με ιδιαίτερη προσωπικότητα και διαφοροποίηση ως προς την αισθητική, τις παροχές και τις υπηρεσίες που προσφέρουν.

 


Μια ιδέα του πώς θα μοιάζει το εσωτερικό του αναμενόμενου Athens Townhouse στην πλατεία Κολοκοτρώνη.

 

Χαρακτηριστικά και «κανιβαλισμός» 

Την άνοιξη του 2018, το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδας, σε μια προσπάθεια να ενισχύσει τις μικρές αυτές ξενοδοχειακές μονάδες, αλλά και να ξεκαθαρίσει το θολό τοπίο περί γνησιότητας ενός boutique hotel, έθεσε σε ισχύ το ομώνυμο σήμα, που πιστοποιεί τις επιχειρήσεις αυτές υπό συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις. «Πρόκειται για μονάδες 3, 4 και 5 αστέρων με μέγιστη δυναμικότητα 60 δωμάτια και κάποια βασικά χαρακτηριστικά αισθητικής. Είναι αλήθεια ότι στην Ελλάδα είχε “κανιβαλιστεί” τα τελευταία χρόνια ο όρος “boutique hotel” και βλέπαμε παραδείγματα καταλυμάτων που χρησιμοποιούσαν αυτόν τον τίτλο χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις της κοινής –έστω– λογικής», υπογραμμίζει ο Γιώργος Κωνσταντινίδης, ιδρυτής και CEO της εταιρείας ανάπτυξης και προώθησης τουριστικών επιχειρήσεων SWOT, διοργανώτριας αρχής του Boutique Hotels Forum.

Πέρα από τον αριθμό των δωματίων, τα γνωρίσματα των boutique hotels συνδέονται με ποιοτικές μεταβλητές, όπως η έμφαση στις εξατομικευμένες υπηρεσίες και στο διαφοροποιημένο design, με αναφορές στην ιστορική σημασία και στην αυθεντικότητα του κτίσματος στο οποίο στεγάζεται το κατάλυμα. Παρ’ όλα αυτά, τα στοιχεία που συνθέτουν ένα γνήσιο boutique ξενοδοχείο αμφισβητούνται από πολλούς, λόγων των διαφορετικών απόψεων ή ακόμα και διαφωνιών σχετικά με τον ακριβή ορισμό του, όπως αποσαφηνίζει ο Αντώνης Γιαννόπουλος, διδάσκων στο Τμήμα Οικονομικής και Διοίκησης Τουρισμού (ΤΟΔΙΤ) στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ιδρυτής του ταξιδιωτικού site «Τhe voyager voice». «Κάπως έτσι εξηγείται το γεγονός ότι δεν υπάρχει επίσημη κατάταξη boutique ξενοδοχείων στην Ελλάδα και διεθνώς». Οι αλυσίδες W Hotels, τα ξενοδοχεία-μέλη των Curio και Autograph Collection, τα Boutique Hotels & Resorts International και τα Design Hotels υπήρξαν από τα πρώτα που συνδέθηκαν με τη συγκεκριμένη φιλοσοφία. Για τον μοναδικό ιστορικό τους χαρακτήρα διακρίνονται ξενοδοχεία όπως τα Relais & Châteaux, Historic hotels of Europe και Yades Greek Historic Hotels. 

Τέλος, με όρους αρχιτεκτονικής, ένα boutique hotel ακολουθεί το τοπικό γίγνεσθαι στο οποίο εντάσσεται. «Τα περισσότερα στεγάζονται σε υπάρχοντα κτίσματα στην Πλάκα ή στο κέντρο γενικότερα, που λόγω μεγέθους δεν μπορούν να έχουν μεγάλη δυναμικότητα, αλλά ωστόσο παρέχουν άνεση και ποιότητα στον πελάτη. Το ίδιο συμβαίνει σε κάποιες περιπτώσεις όταν έχουμε οικόπεδα μικρού μεγέθους, που δεν επιτρέπουν αρκετή δόμηση ώστε να ανεγερθεί ένα μεγάλο ξενοδοχείο», εξηγεί η Ρία Βογιατζή, συνιδρύτρια του αρχιτεκτονικού γραφείου Elastic. «Δίνεται μια βαθύτερη αίσθηση του τόπου και ο πελάτης νιώθει ότι φιλοξενείται σε ένα σπίτι με την προαπαιτούμενη ιδιωτικότητα».

 


To γνωστό νεοκλασικό στο ύψος της Μητρόπολης, που πλέον φιλοξενεί το The Zillers. © Χρήστος Δράζος

 

Σοφιστικέ ύφος, ξεχωριστές εμπειρίες

Τον όρο «boutique hotel» φέρεται να εισήγαγε στο σύμπαν της φιλοξενίας στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ο Αμερικανός επιχειρηματίας Steven Rubell, συνιδιοκτήτης του θρυλικού Studio 54 της Νέας Υόρκης, όταν, συγκρίνοντας το Morgans Hotel που διατηρούσε με τον συνεργάτη του Ian Schrager (σ.σ.: έκλεισε οριστικά τον Ιούλιο του 2017) με πιο μαζικά καταλύματα, το αντιπαρέβαλε με μια μπουτίκ απέναντι σε ένα πολυκατάστημα. Από τα πρώτα boutique ξενοδοχεία στον κόσμο θεωρείται και το Blakes Ηotel του Λονδίνου, δημιούργημα της σχεδιάστριας Anouska Hempel, που λειτουργεί από το 1978. «Το παράδειγμα του Blakes Hotel παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ολοκληρωμένος σχεδιασμός περιλαμβάνει ταυτόχρονα τη θεατρική ατμόσφαιρα και την καθημερινή επιτελεστικότητα», σημειώνει η αρχιτέκτων μηχανικός Ευθυμία Δημητρακοπούλου. «Στη χώρα μας εφαρμόζεται αντίστοιχα η αισθητική του σκηνικού χώρου στη διαμόρφωση των boutique hotels, παράλληλα με την εναρμόνιση με το ελλαδικό τοπίο και με τα σύμβολα που το ακολουθούν».

Κάπως έτσι, στην πλατεία Αγίας Ειρήνης, σε ένα κτίριο της δεκαετίας του 1930 που κάποτε στέγαζε υφασματάδικα, γραφεία και διαμερίσματα, λειτουργεί από τον περασμένο Ιούλιο το 5άστερο Perianth Hotel. Το εσωτερικό του γκρεμίστηκε, ενώ διατηρήθηκαν οι βάσεις και οι προσόψεις του. «Δώσαμε έμφαση στο ιδιαίτερο design και στην αρχιτεκτονική. Στόχος ήταν να προσφέρουμε ένα απόλυτα φιλικό περιβάλλον, αισθητική, ποιότητα, γνήσιες εμπειρίες και μια πραγματική αίσθηση της πόλης της Αθήνας», σημειώνει η Αναστασία Σγουμποπούλου, συνιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου. Απέναντι ακριβώς από τη Μητρόπολη, ένα εμβληματικό νεοκλασικό κτίσμα έχει εδώ και λίγα χρόνια αλλάξει χρήση και, υπό την επωνυμία The Zillers, υποδέχεται καθημερινά ταξιδιώτες από όλο τον κόσμο, ανταμείβοντάς τους με αστική κομψότητα και υπηρεσίες 4 αστέρων. Για τον Γιάννη Βλαχογιάννη, συνιδιοκτήτη και γενικό διευθυντή του The Zillers Athens Boutique Hotel, στην ευρύτερη περιοχή συντελείται εξάλλου τα τελευταία χρόνια ένα μικρό θαύμα και οι ξενοδοχειακές αφίξεις έχουν συμβάλει καταλυτικά σε αυτό. «Η παρακμιακή εικόνα που παρουσίαζε το εμπορικό κέντρο –Σύνταγμα, Μητρόπολη, Πλατεία Αγίας Ειρήνης– πριν από μία οκταετία παρέπεμπε σε ερημοποίηση και γκετοποίηση. Πλέον νέοι άνθρωποι με φρέσκες ιδέες, ενημερωμένοι, με πολλά ταξίδια, συσπειρώνονται και μας συσπειρώνουν, ξεδιπλώνουν το ταλέντο τους, στήνουν έξυπνα μαγαζιά και επιχειρήσεις, γεμάτα κέφι και ζωντάνια».

 


Το Perianth Hotel έχει διατηρήσει την εξωτερική του όψη, παραπέμποντας στη δεκαετία του 1930. ©CLAUS BRECHENMACHER and REINER BAUMANN

 

Ισχυρή τάση στην κτηματαγορά

Στα boutique ξενοδοχεία έχει βρει και η ελληνική κτηματαγορά πεδίον δόξης λαμπρόν. Οι υψηλές επιδόσεις του τουριστικού προϊόντος της χώρας μας και η ανάδειξη της Αθήνας σε city-break προορισμό έχουν εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για μια σταθερά αναδυόμενη τάση. Το διατηρητέο νεοκλασικό στην οδό Κολοκοτρώνη, ένα από τα πιο ζωντανά κομμάτια του εμπορικού τριγώνου της Αθήνας, μεταμορφώνεται σε 5άστερο boutique ξενοδοχείο από την Intra Development, με διαχειριστή την Epoque Collection. Τα εγκαίνια του Athens Townhouse, αποτελούμενου από 45 δωμάτια, lobby με εστιατόριο, Elemis spa και αίθουσα κινηματογράφου, αναμένονται μέσα στη χρονιά. Για τον Σωτήρη Μπακαγιάννη, γενικό διευθυντή της Intra Development, ο τρόπος που η αγορά της Αθήνας συμπεριφέρεται τα τελευταία χρόνια, με τη συνεχή αύξηση της τουριστικής κίνησης, δίνει το στίγμα για πολλές επενδύσεις. «Δεν είναι πολλά τα 5άστερα ξενοδοχεία στο κέντρο της Αθήνας, συνεπώς υπάρχει πρόσφορο έδαφος. Και γι’ αυτό θεωρούμε ότι το δικό μας ξενοδοχείο –λόγω θέσης, αρχιτεκτονικής, αλλά και τρόπου λειτουργίας– θα ξεχωρίσει».

Στον αντίποδα του ισχυρού city-break τουριστικού προορισμού, συναντάμε το πρότυπο boutique 5άστερο ξενοδοχείο Somewhere (με πιστοποιημένο σήμα boutique) στο κέντρο της Βουλιαγμένης. Το ξενοδοχείο στεγάζεται στη θέση ενός αλλοτινού παραθεριστικού ξενοδοχείου και εναρμονίζεται με την τοπική αρχιτεκτονική. Διανύει τον τρίτο χρόνο λειτουργίας του και, όπως μας εξηγεί ο γενικός διευθυντής, Ηρακλής Παναγόπουλος, δεν μπορεί να μην ενταχθεί στο city-break που αναδομεί πλήρως το brand της Αθήνας και η Βουλιαγμένη, καθώς απέχει μόνο μισή ώρα από το κέντρο. Ο συνδυασμός αστικού τοπίου και θάλασσας ολοκληρώνει το city-break ως προορισμό. 

 


Ο φιλόξενος χώρος του breakfast lounge στο Perianth Hotel.

 

Ο κίνδυνος του κορεσμού

Πόσο κοντά, όμως, βρίσκεται ο κορεσμός; Σε τι βάθος χρόνου θα μπορεί  η τουριστική αγορά να σηκώσει τις ολοένα και περισσότερες νέες αφίξεις; «Η αγορά της Αθήνας θα μπορεί να απορροφήσει ξενοδοχεία έως τα τέλη του 2021. Μετά ελλοχεύει ο κίνδυνος κάποιες μικρότερες μονάδες να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις πιέσεις που δημιουργούνται μέσα από την προσφορά και τις συνεχείς νέες ανεγέρσεις και μετατροπές», υποστηρίζει ο Γιώργος Κωνσταντινίδης της Swot. Στο ίδιο κλίμα, ο Ηρακλής Παναγόπουλος του Somewhere συμπληρώνει: «Η συνεχής εισαγωγή νέων μονάδων από ιδιοκτήτες χωρίς τουριστική παιδεία και συγκεκριμένο business plan θα δημιουργήσει price dumbing στη συγκεκριμένη αγορά. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να ξεχνάμε την παράμετρο του κοινωνικού πλέον φαινομένου Airbnb, αλλά και το γεγονός ότι κάποια στιγμή θα σταματήσει η ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού με αυτούς τους ρυθμούς».

Το νέο αυτό είδος φιλοξενίας ανταποκρίνεται σε έναν σύγχρονο ταξιδιώτη που αναζητά το local twist, την αυθεντική φιλοξενία με τοπικά χαρακτηριστικά και την ανάγκη να ζήσει τον παλμό της πόλης. Δημιουργώντας μοναδικές ταξιδιωτικές εμπειρίες, θα είναι αυτός που θα καθορίσει τους όρους ενός πρότυπου «boutique hotel».  ■

 


Το Τhe Foundry Hotel αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς στη γειτονιά του Ψυρρή. © Ζαχαρίας Δημητριάδης

 

Μια «πράσινη» έκπληξη στου Ψυρρή

Περπατώντας στην οδό Σαρρή, αναζητώ κάποιο κτίσμα που να παραπέμπει σε ξενοδοχείο. Κρυμμένο σ’ ένα αδιέξοδο, το «πράσινο» Τhe Foundry Hotel διεκδικεί την προσοχή, χωρίς να «κραυγάζει». Με ιστορία από το 1930, το διώροφο κτίριο με τα μεγάλα ανοίγματα λειτούργησε αρχικά ως στοιχειοχυτήριο, στη συνέχεια μετατράπηκε σε τυπογραφείο, ενώ από τις αρχές του 2000 «συστήθηκε» στη γειτονιά του Ψυρρή ως Θέατρο Πολιτεία. Η ιδέα για τη διαμόρφωσή του σε boutique ξενοδοχείο 12 διαμερισμάτων ανήκει σε μια παρέα τριανταπεντάρηδων που διέκριναν τις προοπτικές του.

Ο Μάριος Κούλουρος, ο ένας από τους δύο ιδιοκτήτες, είχε εντοπίσει το ακίνητο, δεν είχε φτάσει όμως σε συμφωνία με τους ιδιοκτήτες. Ταξιδεύοντας στη Γαύδο με την αρχιτέκτονα Έφη Μαλανδράκη, συζητά το σχέδιό του με τον Μίλτο Πορτοκάλη, επίσης αρχιτέκτονα και φίλο, που συνάντησε τυχαία. Αποφασίζουν να προχωρήσουν. «Ήταν μία από εκείνες τις καλοκαιρινές κουβέντες που γνωρίζεις πως θα ξεχαστούν με το που θα επιστρέψεις», σχολιάζει η Έφη Μαλανδράκη. Δεν έγινε έτσι.

Ο κ. Πορτοκάλης και η κ. Μαλανδράκη, που ανέλαβαν τον σχεδιασμό, έθεσαν ως κριτήρια τόσο τους αισθητικούς κανόνες του κτίσματος –τυπικό βιομηχανικό δείγμα των αρχών του 20ού αιώνα– όσο και την αρχιτεκτονική κουλτούρα της παλιάς Αθήνας, με τις κατάφυτες αυλές. 

Το κτίσμα, συνολικής επιφάνειας 860 τ.μ., εκτείνεται σε πέντε επίπεδα. Στο υπόγειο υπάρχουν βοηθητικοί χώροι, στο ισόγειο η υποδοχή, ενώ στους επόμενους δύο τα διαμερίσματα, με επιφάνεια από 25 έως 60 τ.μ. «Το καθένα διαφέρει σχεδιαστικά και διακοσμητικά, με χειροποίητα φωτιστικά, vintage έπιπλα και custom made μεταλλικές κατασκευές, ώστε να απορρίπτεται το λεξιλόγιο μιας τυπικής ξενοδοχειακής μονάδας», επισημαίνει ο Μίλτος Πορτοκάλης. 

Μέλημα των αρχιτεκτόνων ήταν να συντηρήσουν και να αναδείξουν την αρχιτεκτονική ταυτότητα του κτίσματος. Τα οργανωμένα σε κατακόρυφους άξονες βιομηχανικά παράθυρα αντικαταστάθηκαν από σιδερένια ίδιας τυπολογίας, ενώ όπου ήταν εφικτό αποκαλύφθηκε η πέτρινη τοιχοποιία. Οι δύο αυθαίρετες κατασκευές που είχαν προστεθεί τη δεκαετία του ’90 ενσωματώθηκαν ως «πράσινοι» κύβοι. Το δώμα στο πέμπτο επίπεδο, με ελιές, ροδιές, λεβάντες, αρωματικά φυτά και αμπελοφυτεμένες πέργκολες, συμπυκνώνει την προσέγγιση των δύο συνεργατών.  Ένας υπέροχος χώρος αναψυχής, ανοιχτός και σε μη φιλοξενουμένους, που θυμίζει μια «ξεχασμένη» αθηναϊκή αυλή, με θέα στην Ακρόπολη, στον λόφο του Φιλοπάππου, στο Αστεροσκοπείο και στο Γκάζι. —Ξένια Γεωργιάδου

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ