ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Πιο Κυριακή

Αννίτα Π. Παναρέτου

Εν τέλει, είναι η πιο μυστήρια απ’ όλες. Και η πιο δύσκολη. Έχει λίγο από Σάββατο και λίγο από Δευτέρα. Ένα μεταίχμιο. 

Η Κυριακή είναι παντού Κυριακή, μου αρέσει όμως να πιστεύω ότι η ελληνική Κυριακή είναι πιο Κυριακή, είναι αλλιώς Κυριακή. 

Το γιατί το έχουμε εξηγήσει υπέροχα στις άτεχνες μαθητικές εκθέσεις μας – αυτές είναι οι δικές μας ιστορίες.

Το γιατί το ακούμε και το βλέπουμε να ρέει ανεξάντλητο μέσα σε ήχους, λέξεις και εικόνες, που μπερδεύονται θαυμαστά και εξαντλούν όλο το εύρος των αισθημάτων, των αισθήσεων και των διαθέσεων. Αυτές είναι οι δανεικές ιστορίες – ίσως περισσότερο δικές μας κι από τις δικές μας.(Ας πούμε, το παιχνίδισμα στο ωραίο πρόσωπο της Λαμπέτη μπροστά στο φλιτζάνι με το πρωινό ρόφημα του «Κυριακάτικου ξυπνήματος», η σκερτσόζικη θυμοσοφία της σοσιαλίστριας θυγατέρας Αλίκης, που σκαρφαλωμένη στην καρότσα ενός φορτηγού τραγουδά «της Κυριακής το ξύπνημα έχει δικιά του χάρη, δε σε κρατάει το στρώμα σου μήτε το μαξιλάρι», ή η αμεριμνησία της οικογενειακής χορωδίας Βλαχοπούλου – Ηλιόπουλου – Λάσκαρη –Λιάσκου, στριμωγμένης στο ανοιχτό αυτοκίνητο: «Σαν ξημερώνει Κυριακή, το σπίτι μου με χάνει. Μπαίνω στ’ αμάξι, δεν αργώ, παίρνω φόρα και τραβώ, το ρίχνω στο σεργιάνι»...).

Στην οθόνη και στη μουσική σκηνή της ελληνικής Κυριακής παρελαύνουν οι ζωές μας. Σε στιχομυθίες, όπου μετέχουμε όλοι ανεξαιρέτως, με τον αντίλογο, την αντίστιξη, την επίρρωση και την προσυπογραφή, με τους καημούς μας, τις νοσταλγίες, τις μελαγχολίες και τις αιθρίες μας. Επειδή όλα τα χωρά αυτή η κυρία Κυριακή, η ατίθαση, η φευγάτη, η οξύμωρη. 

– Ξημερώνει Κυριακή, μη μου λυπάσαι, είναι όμορφη
η ζωή, να το θυμάσαι...

– Τα γλυκά μου βασανάκια τ’ ανοιξιάτικα μου ραγίζουν την καρδούλα κυριακάτικα.

– Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου, που έχει πάντα συννεφιά, Χριστέ και Παναγιά μου.

– Κυριακή με πρωτοβρόχι, η δική μου μοίρα το ’χει. Κυριακή και τι να κάνω, μια σε βρίσκω, μια σε χάνω.

– Μια Κυριακή σε γνώρισα, μια Κυριακή σ’ αγάπησα, μια Κυριακή πεθαίνω.

– Όλες του κόσμου οι Κυριακές λάμπουν στο πρόσωπό σου. Τι χρώματα, τι μουσικές μες στο χαμόγελό σου.

– Τις πιο ωραίες Κυριακές με λεμονάδες σπιτικές τις είχαμε δροσίσει...

– Μια Κυριακή του Μάρτη και μια Σαρακοστή κρεμάσαμε στον χάρτη μια κόκκινη κλωστή και δίπλα στο τιμόνι, όταν γυρίσαμε, το πρώτο χελιδόνι καλωσορίσαμε.

– Κάθε Κυριακή, μου λέει να πάω εκεί, εκεί, εκεί, μου τάζει ωκεανούς, κομήτες μακρινούς και ό,τι βάζει ο νους.

– Ξενιτεμένη Κυριακή, έξω απ’ το τζάμι μια βροχή, φαρμάκι στο ποτήρι. Ξενιτεμένη Κυριακή, κι ας είχαμε κι εμείς ψυχή, δεν κάναμε χαΐρι.

Φτιαγμένη από τους μύθους και τις εποχές μας, μια ατέρμονη σειρά Κυριακών περιμένει το γαϊτανάκι των συνειρμών μας να πλέξει για τις στιχομυθίες μια συνέχεια – ατέρμονη κι αυτή... 

– Όλα σταμάτησαν εκεί. Αργεί πολύ να ’ρθει η βραδιά... Πώς έχω την ψυχή βαριά το δειλινό την Κυριακή. 

– Πάει κι αυτή η Κυριακή, κι ας καρτερούμε μια άλλη, που να ’ναι ολόκληρη ζωή, που να ’ναι απέραντη γιορτή, μια Κυριακή τόσο μεγάλη...

– Μες στο μυαλό μου όλα ένα μάτσο· τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα.

– Σαν παιδί στον κόσμο βγήκα να χαρώ τη μέρα μου, κι ήταν Κυριακή βραδάκι κι ήσουν η Δευτέρα μου.       ■

* Η Αννίτα Π. Παναρέτου είναι συγγραφέας. Το νέο της βιβλίο για τους μη Εβραίους  Έλληνες σε φασιστικά και ναζιστικά στρατόπεδα και φυλακές το διάστημα 1941-1945 είναι υπό έκδοση.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ