ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ζοφερή πραγματικότητα της μεταναστευτικής κρίσης στα νότια σύνορα της Αμερικής αποτυπώθηκε σήμερα στις φωτογραφίες που κάνουν το γύρο του διαδικτύου και δείχνουν τα άψυχα σώματα ενός πατέρα και της κόρης του που πνίγηκαν καθώς προσπάθησαν να διασχίσουν το Rio Grande, αναφέρουν διεθνή μέσα ενημέρωσης. 

Οι σοροί τους βρέθηκαν στην όχθη του ποταμού κοντά στο Matamoros του Μεξικού, απέναντι από το Brownsville του Τέξας, μόλις ένα χιλιόμετρο από τη διεθνή γέφυρα, γράφει η βρετανική εφημερίδα Guardian. Στις φωτογραφίες μπορεί να διακρίνει κανείς τις σορούς του Οσκαρ Αλμπέρτο Μαρτίνεζ Ραμίρεζ, 26 ετών και της κόρης του, σχεδόν δύο ετών. «Ηθελαν να ζήσουν το αμερικανικό όνειρο», αποκάλυψε η ρεπόρτερ που τράβηξε την τραγική φωτογραφία. 

Σύμφωνα με την Julia Le Duc, δημοσιογράφο της εφημερίδας La Jornada, ο άτυχος άνδρας είχε φτάσει στο Matamoros την Κυριακή, ελπίζοντας να αιτηθεί ασύλου από τις αμερικανικές αρχές με τη γυναίκα και την κόρη του, ωστόσο μόλις κατάλαβε ότι ενδέχεται να περάσουν εβδομάδες προτού καν καταφέρει να ξεκινήσει η διαδικασία για το άσυλο, ο 26χρονος αποφάσισε ότι πρέπει να κολυμπήσουν προς την αμερικανική πλευρά. 

Ξένα μέσα σημειώνουν ότι η φωτογραφία υπογραμμίζει τους κινδύνους με τους οποίους είναι αντιμέτωποι οι περισσότεροι μετανάστες στην Κεντρική Αμερική στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τη βία, τη διαφθορά και τη φτώχεια και να ζητήσουν άσυλο στις ΗΠΑ.

Η σύγκριση με τον Αϊλάν 

Οι εφημερίδες στο Μεξικό συγκρίνουν τη φωτογραφία με εκείνη του Αϊλάν Κούρντι, του 3χρονου αγοριού από τη Συρία που πνίγηκε στη Μεσόγειο το 2015 και αποτέλεσε παγκόσμιο σύμβολο της σύγχρονης μεταναστευτικής κρίσης. «Πρόκειται για τη δική μας εκδοχή της φωτογραφία του 3χρονου αγοριού από τη Συρία που ξεβράστηκε στην παραλία, νεκρό. Αυτό είναι», είπε ο Joaquin Castro, μέλος του Κογκρέσου στο Τέξας.

Το CNN, ο Guardian ήταν μεταξύ των μέσων που σημείωσαν ότι η εικόνα του Αϊλάν είχε σημαντικές επιπτώσεις στις συζητήσεις περί μετανάστευσης στην Ευρώπη. Μένει να δούμε αν το τραγικό αυτό περιστατικό θα έχει τον ίδιο αντίκτυπο με τον θάνατο του Αϊλάν σηματοδοτώντας μια στροφή της διεθνούς προσοχής στη μετανάστευση προς τις ΗΠΑ. 

Ενα είναι σίγουρο, η εικόνα του Μαρτίνεζ και της κόρης του αναζωπύρωσαν τη συζήτηση στους δημοσιογραφικούς κύκλους για το αν οι δημοσιογράφοι πρέπει να είναι πιο επικριτικοί ή και επιφυλακτικοί όταν δημοσιεύουν ή καλούνται να ερμηνεύσουν τέτοιου είδους φωτογραφίες. Ο εν λόγω προβληματισμός πυροδοτήθηκε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 2015, όταν μέσα σε διάστημα 12 ωρών η φωτογραφία του Αϊλάν έφτασε σε 20 εκατομμύρια οθόνες μέσω social media. Την επόμενη μέρα, ο Αϊλάν ήταν πρωτοσέλιδο παγκοσμίως. 

«Η προσφυγική κρίση, η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή αποτυπωνόνταν μόνο μέσω αριθμών, ξαφνικά είχε ανθρώπινο πρόσωπο. Γεγονός με το οποίο ο κόσμος μπορούσε να συνδεθεί», σημειώνει χαρακτηριστικά σε σχετική έκθεση υπό τον τίτλο 'Ethics in News', το Δίκτυο Δεοντολογικής Δημοσιογραφίας (EJN).  

Εκτενής ήταν η αναφορά πολιτικών στη φωτογραφία του Aϊλάν εντός των εθνικών κοινοβουλίων. Τόσο οι υποστηρικτές όσοι και οι αντίπαλοι μιας πιο γενναιόδωρης πολιτικής ασύλου προσπάθησαν να την αγκαλιάσουν ως σύμβολο. Παρ 'όλα αυτά, η αντίδραση επί της δημοσίευσης ήταν αμφιλεγόμενη: αναγνώστες αναρωτήθηκαν εάν ήταν ή όχι σκόπιμο να δημοσιευθούν εικόνες του θύματος.

Αμεσα τα μέσα ένιωσαν την ανάγκη να «δικαιολογήσουν» την πράξη τους μέσω συνετεύξεων ειδικών, ακαδημαϊκών και δημοσιογράφων που εξέφραζαν τους προβληματισμούς τους, προσπαθώντας να απαντήσουν σε ένα βασικό κυνικό, θα λέγαμε, ερώτημα: «Αφού πρόσφυγες πεθαίνουν κάθε μέρα στη θάλασσα, γιατί να δημοσιεύσουμε τη συγκεκριμένη φωτογραφία;».

Από την πλευρά του ο διευθυντής του EJN, Aidan White είχε δηλώσει ότι ο λόγος είναι ξεκάθαρος: «χρειαζόμαστε την αισθητική στις φωτογραφίες, όπως χρειαζόμαστε καλή απόδοση της γλώσσας με την κατάλληλη χρήση των λέξεων (..) Η φωτογραφία του Αϊλάν ήταν η πρώτη που μας έκανε να αναρωτιόμαστε: κοιμάται ή είναι νεκρός;». 

Ωστόσο, το γεγονός ότι η φωτογραφία έγινε "viral", δεν απαλλάσσει τους δημοσιογράφους από το καθήκον να κάνουν ηθικές επιλογές, επιλογές στη βάση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, αναφέρει το EJN.

Την ίδια ώρα, ο Amol Rajan, αρχισυντάκτης στην Independent, έγραψε ότι διάφορες πτυχές του θέματος είχαν συζητηθεί διεξοδικά στη δική του εκδοτική αίθουσα. «Ωστόσο, κυριάρχησαν τα δημοσιογραφικά συμφέροντα που ήταν να σοκάρουμε τον κόσμο με ααπώτερο σκοπό να δράσει, να βελτιώσει την πολιτική έναντι των προσφύγων και να ασκήσει πίεση στον πρωθυπουργό, του οποίου η συμπεριφορά σε αυτή την κρίση ήταν ενοχλητική»,  είχε δηλώσει χαρακτηριστικά. 

Το να σοκάρεις το κοινό μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα καθήκοντα της δημοσιογραφίας, αλλά υπάρχουν όρια. Η εκάστοτε δημοσίευση ενέχει ευθύνες και σε ότι έχει να κάνει με τις φωτογραφίες πρέπει να σέβεται την αξιοπρέπεια των θανόντων ή των ατόμων που εικονίζονται. 

«Ο Αϊλάν, για παράδειγμα, έγινε σύμβολο που χρησιμοποιήθηκε από πολιτικούς, καλλιτέχνες και ακτιβιστές. Η εικόνα του χρησιμοποιήθηκε για τη στήριξη διαφορετικών απόψεων και ιδεών», σημειώνει το EJN. «Ολοι μάχονται για μια εμβληματική φωτογραφία, όμως, στο τέλος μάλλον χάνεται το αρχικό της νόημα», σημείωσε σχετικά Peter Bouckaert, Διευθυντής Τμήματος Εκτακτης Ανάγκης του Human Rights Watch και ένας από τους πρώτους που κοινοποίησε τη φωτογραφία του Αϊλάν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. 

Σήμερα, μέσα ανά τον κόσμο διαχειρίστηκαν τελείως διαφορετικά το ζήτημα της δημοσίευσης του Οσκαρ και της Βαλέρια Μαρτίνεζ. Μερικά, όπως το CNN, επέλεξαν να τη δημοσιεύουν στις ιστοσελίδες ως πρώτο θέμα, ενώ άλλα μέσα επέλεξαν την αναδημοσίευση με την επισήμανση ότι πρόκειται για «σκληρή εικόνα». Ενώ, αρκετοί ήταν οι δημοσιογράφοι διεθνών ΜΜΕ, όπως της Washinghton Post, που κράτησαν επικριτική στάση απέναντι στη δημοσιεύση και κοινοποίηση της εικόνας μέσω social media. 

Tο μόνο βέβαιο είναι ότι οι απαντήσεις τόσο στο ζήτημα των τελικών επιδράσεων της έκθεσης στο ευαίσθητο αυτό περιεχόμενο όσο και υπό το δεοντολογικό πρίσμα δεν είναι απλές και τα προβλήματα δεν είναι ξεκάθαρα. Εξάλλου, το πόσο μας επηρεάζει κάτι ή μας πληγώνει είτε ως δημοσιογράφους είτε ως κοινό είναι δύσκολο να μετρηθεί.

«Οσο όμως εικόνες από τη στιγμή ενός θανάτου τείνουν να κυριαρχούν στις ειδήσεις και στις συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι δημοσιογράφοι πρέπει να εξετάσουν πιο προσεκτικά τα επακόλουθα τέτοιων γεγονότων. Τότε και μόνο τότε θα περάσουμε από το σοκ στην κατανόηση», σημειώνει ο Αμερικανός δημοσιογράφος και Διευθυντής του Dart Center για τη Δημοσιογραφία και το Τραύμα, Bruce Shapiro. 

Επιμέλεια: Εύα Τομαρά

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ