ΒΙΒΛΙΟ

Το σύγχρονο λεξικό των αφορισμών

ΝΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

«Το πιο ασυγχώρητο αμάρτημα στην Ελλάδα είναι να λες φανερά αυτό που σκέφτονται όλοι κρυφά», σημειώνει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ
Το νέο αντιλεξικό νεοελληνικής
χρηστομάθειας
εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, σελ. 130


Η ευγενέστερη ευδαιμονία από τις ποικίλες που μπορεί να προσφέρει η λογοτεχνία είναι η επινόηση, λέει ο Μπόρχες, πράγμα που επαληθεύεται μέσα σε ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, το οποίο διαβάζεται απνευστί και σε υποχρεώνει να υπογραμμίζεις, να σημειώνεις, να επανέρχεσαι και να σκέπτεσαι βαθύτερα, κυρίως αυτό. Οταν μάλιστα θέλγεσαι από τη βραχυγραφία, το δυναμικό στυλ, την τέχνη των παραθεμάτων, τον επιγραμματικό χαρακτηρισμό και την ειρωνική συντομογραφία, δεν δυσκολεύεσαι να διαπιστώσεις ότι στο βιβλίο που διαβάζεις κλείνεται ένας πραγματικός θησαυρός.

Ο λόγος για το τελευταίο βιβλίο του Δημοσθένη Κούρτοβικ «Το νέο αντιλεξικό νεοελληνικής χρηστομάθειας» στην καλαίσθητη έκδοση του Βιβλιοπωλείου της Εστίας. Ο Κούρτοβικ, που έχει δοκιμαστεί όχι μόνο στο δοκίμιο, στους αφορισμούς και στη λογοτεχνική κριτική, αλλά και στο μυθιστόρημα, στο διήγημα και στη μετάφραση (έχει μεταφράσει 63 βιβλία από οκτώ ξένες γλώσσες), σπούδασε Βιολογία στην Αθήνα και στη Στουτγάρδη και είναι διδάκτωρ στην Ανθρωπολογία (Πανεπιστήμιο του Βρότσλαβ, Πολωνία), ενώ διετέλεσε καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Από τον πρόλογο του «Νέου αντιλεξικού» πληροφορούμαστε ότι οι δύο πρώτες εκδόσεις του (1994) δεν περιελάμβαναν 35 λήμματα, τα οποία έχουν τώρα προστεθεί στα 80 παλαιότερα, ενώ πολλά έχουν συμπληρωθεί ανάλογα και κάποια απαλείφθηκαν, καθώς «ο χρόνος είχε στομώσει την αιχμή τους».

Στον ίδιο πρόλογο διαβάζουμε και τον ορισμό του αφορισμού: «Ο αφορισμός πρέπει όχι μόνο να είναι σύντομος, αλλά και να ξαφνιάζει προκαλώντας την άμεση αντίδραση του αναγνώστη ή ακροατή. Πρέπει να είναι απλός και κρυστάλλινα καθαρός στη διατύπωση, έστω κι αν το νόημά του δεν ξεκλειδώνεται μονομιάς, γι’ αυτό ν’ αποφεύγει ασυνήθιστες ή εξεζητημένες λόγιες λέξεις, καθώς επίσης όσο είναι δυνατόν, αφηρημένες έννοιες. Πρέπει να φυλάγεται από συναισθηματικά φορτισμένα ουσιαστικά και, προπαντός, επίθετα. Πρέπει να εμφανίζεται απόλυτος, έστω και αν εκφράζει μια σχετική αλήθεια, γιατί η αλήθεια αυτή είναι αφανής, αποσιωπημένη ή ενοχλητική για τον κυρίαρχο λόγο, οπότε χρειάζεται ενδυνάμωση για να γίνει αισθητή. Τέλος, ένα σώμα αφορισμών δεν οφείλει να συνιστά ένα ιδεολογικά συνεπές οικοδόμημα. Οποιος ζητάει κάτι τέτοιο, μάλλον δεν έχει καταλάβει τη φύση και τη λειτουργία των αφορισμών».

Ο αναγνώστης των λημμάτων που ξεκινά την ανάγνωση με κάποια απορία, η οποία ωστόσο μετατρέπεται σε ευχάριστη έκπληξη, αιτιολογεί πλήρως την αλήθεια του συγκεκριμένου ορισμού. Πραγματικά δεν θα διαφωνούσε με το ότι «το πιο ασυγχώρητο αμάρτημα στην Ελλάδα είναι να λες φανερά αυτό που σκέφτονται όλοι κρυφά», ενώ θα αποδεχόταν ότι τελικά η μόνη ουσιαστική διάκριση ανάμεσα σε στοχαστές και καλλιτέχνες εντοπίζεται στο πώς «βλέπουν» την αναρχία: άλλοι την αποστρέφονται με βδελυγμία και άλλοι βρίσκουν σε αυτήν μιαν ανεπανάληπτη πηγή έμπνευσης (στο λήμμα «Ελλάδα»).

Συνεχίζοντας εποπτικά την ανάγνωση του «Αντιλεξικού», ο αναγνώστης διαπιστώνει τη δεσπόζουσα θέση που κατέχουν τα λήμματα περί λογοτεχνίας και ανάγνωσης (μυθιστόρημα, διήγημα, ποίηση, μοντερνισμός, μεταμοντερνισμός, πλοκή, διακειμενικότητα, πειραματική λογοτεχνία αλλά και παραλογοτεχνία). Οι σημαντικοί συγγραφείς («που αγγίζουν με το μισό της ψυχής τους αλήθειες που το άλλο μισό αρνείται να δεχθεί») συνεχίζουν να πειραματίζονται με τις λέξεις, τον λόγο και τις τεχνικές της αφήγησης. Ας ληφθεί υπόψη ότι «το αποτέλεσμα των πετυχημένων πειραμάτων λέγεται λογοτεχνία. Των αποτυχημένων, πειραματική λογοτεχνία».

Οσο για τη διακειμενικότητα, που επινοήθηκε στο Παρίσι από τη Βουλγάρα σημειολόγο Τζούλια Κρίστεβα και σήμερα έχει καταστεί «θεωρητικό άλλοθι για κάθε απομίμηση», έχει χάσει την αίγλη της, κι ας πιστεύουν πολλοί κριτικοί μας ότι «οι αναφορές ενός έργου σε άλλα έργα είναι η πηγή και το μέτρο της λογοτεχνικής αξίας τους».

Ο ανορθολογισμός

Με τις απόψεις του ο Κούρτοβικ αναγνωρίζει πόσο επισφαλές γίνεται το κριτικό εγχείρημα σε ένα ταχύτατα μεταβαλλόμενο θεωρητικό πεδίο. Ο κριτικός λόγος, ωστόσο, δικαιούται να επιφυλάσσεται και να δυσπιστεί απέναντι στον «ανορθολογισμό που ζωογόνησε την ποίηση και σκότωσε την πεζογραφία» (μοντερνισμός). Επειδή «η μοντερνιστική ποίηση θα συγκινεί και στο μέλλον, ενώ η μοντερνιστική πεζογραφία δεν συγκινούσε (με λίγες εξαιρέσεις) ούτε στην εποχή στην οποία μεσουρανούσε».

Ο συγγραφέας του «Αντιλεξικού», του οποίου οι κριτικές μαθητεύουν στην κρυφή ζωή των κειμένων, όπως θα έλεγε ο Πολ Ρικέρ, έχοντας διασταυρωθεί στην πνευματική του διαδρομή με ανθρώπους και ιδέες, ασκεί πολλές φορές πολεμική που στοχεύει στην αυταρέσκεια και τον δογματισμό (βλ. «Η νοσταλγία της πραγματικότητας», εκδ. Εστία, 2013), η κριτική του ωστόσο, όπως κάθε πνευματική ενασχόληση, θεμελιώνεται στη γνώση, στο ταλέντο, στην εργατικότητα και στο ήθος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ