GOOD LIFE

Ιατρείο δεύτερης ευκαιρίας

Γιώργος Φραντζεσκάκης

© Shutterstock

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: K9

Δεν πάνε δύο εβδομάδες από τότε που έγραφα, με αφορμή τη σχεδόν ταυτόχρονη αναχώρηση δύο σκύλων-φίλων (και φίλων σκύλων), την άποψή μου για το πόσο γρήγορα (spoiler, αν το χάσατε: όσο πιο γρήγορα γίνεται) πρέπει να καλωσορίσετε στο σπίτι τον επόμενο τετράποδο σύντροφό σας, και το κακό τρίτωσε. Στην πραγματικότητα όμως ήταν μια ευλογία, μασκαρεμένη σε κατάρα. Γιατί ο θάνατος είναι μια αναπόδραστη πραγματικότητα για όλους μας. Και το μόνο που έχει σημασία είναι πώς θα ξοδέψεις το μεσοδιάστημα ανάμεσα στην ανυπαρξία του πριν και την ανυπαρξία του μετά. Και το πώς φεύγεις.

Ο φίλος μου κτηνίατρος Γιάννης Μπάτσας, ιδρυτής της Εθελοντικής Δράσης Κτηνιάτρων Ελλάδος – ΕΔΚΕ, δεν είναι, γενικά, κατά της ευθανασίας. Είναι όμως υπέρ της ζωής, όταν βλέπει έστω και μια αμυδρή ικμάδα ελπίδας σε ζώα για τα οποία ακόμα και οι ιδιοκτήτες τους έχουν απελπιστεί. Από επαγγελματική πείρα; Από ένστικτο; Από καλοσύνη; Είμαι πολύ κοντά για να κρίνω αντικειμενικά. Εκείνο που ξέρω είναι ότι αυτή την ικμάδα την είδε στον Hugo, το γέρικο Μπουλ Τεριέ των 16 ετών που του έφεραν για το τελευταίο κατευόδιο. Τρεις ημέρες σκεφτόταν να του κάνει τη μοιραία ένεση και τρεις ημέρες το ανέβαλλε. Έτσι, σαν παραμύθι. Μετά την τρίτη ημέρα, η απόφαση ήταν οριστική. Ο Hugo θα έμενε στο ιατρείο. Όσο ζούσε.

Έζησε τρία χρόνια. Τρία τρισόλβια, μακάρια, εύκληρα χρόνια. Κουφός, ημίτυφλος, με ακράτεια, τρυφερός, χαδιάρης, ευτυχισμένος. Ευτυχισμένος! Το ένιωθα κάθε φορά που τριβόταν επάνω μου καλωσορίζοντάς με στο ιατρείο. Κάθε φορά που τον άκουγα να ροχαλίζει ευδαίμονας, κάτω από το γραφείο του Γιάννη. Περισσότερο απ’ όλα, όμως, το καταλάβαινα όταν άκουγα τον Γιάννη να τον βρίζει. Τον παλιόγερο που του τα έκανε όλα χάλια. Που του λέρωνε το σύμπαν. Που τις αμολούσε με απροσποίητη συνειδητότητα – και αν μπορούσε να μιλήσει, θα μας την έλεγε κιόλας: «Δεκαοκτώ χρονώ γέρος είμαι! Τι θέλετε, να πηδάω μέσα από πύρινα στεφάνια; Ασταδιάλα από δω πέρα»...

Ακόμα και ο επικήδειός του, αντάξιος ενός ασυμβίβαστου γέροντα ήταν: Έφυγες, αγόρι μου, στα 19 σου χρόνια. Τώρα πλέον δεν θα είσαι εδώ. Να σε βρίζω που μου τα έκανες χάλια κάθε πρωί, που κατουρούσες το σύμπαν, που κάθε φορά που χαλάρωνες, το ιατρείο γινόταν θάλαμος αερίων. Που ξάπλωνες πάντα πάνω στα παπούτσια μου κάτω από το γραφείο (ήθελες πάντα να με νιώθεις). Που... που... που σ’ αγαπούσα τόσο, άσχετα αν κάθε φορά σού έλεγα πως μετάνιωσα που δεν σου έκανα εκείνη την ευθανασία. Έφυγες πάνω στον ύπνο σου, ήρεμος. Ελπίζω κι εγώ να φύγω κάπως έτσι, όταν έρθει η ώρα.

Στον Κροίσο, τον βασιλιά που νόμιζε ότι είναι ο πιο επιτυχημένος, ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου, ο Σόλων είχε πει «μηδένα προ του τέλους μακάριζε», μέχρι να μάθεις πώς θα φύγεις, μην πουλάς μούρη για τίποτα. Στον Hugo εγώ θα έλεγα: «Μηδένα προ του τέλους οίκτιρε! Δεν ξέρω πώς έζησες τα πρώτα δεκάξι σου χρόνια. Ξέρω όμως ότι τα τρία τελευταία ήταν αντάξια ενός τετράποδου Κροίσου». 

Μερικές φορές, οι δεύτερες ευκαιρίες είναι αυτό που αξίζει να ζήσει κανείς. Μέχρι το οριστικό τέλος, τίποτα δεν είναι οριστικό. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ