ΒΙΒΛΙΟ

Από τη μέρα μέχρι το τέρμα

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ
Εκεί που ζούμε
εκδ. Πατάκη, σελ. 440


Παγιδευμένος σε μια ημέρα που δεν λέει να τελειώσει, ο ήρωας του μυθιστορήματος σκέφτεται πως το πιο τρομακτικό πλάσμα με το οποίο ερχόμαστε αντιμέτωποι είναι ο εαυτός μας. Ενα δύστροπο, απαρηγόρητο πλάσμα που πρέπει να κουβαλάμε από τη μια μέρα στην άλλη, ενώ άλλες μέρες με το ζόρι το κρατάμε όρθιο.

Το πρωί της 20ής Ιουνίου του 2014, ένας τριανταπεντάχρονος δικηγόρος βγαίνει από το σπίτι του για να αντιδικήσει με την τελευταία ημέρα της εργάσιμης εβδομάδας. Ωστόσο, η σοβαρότερη μέριμνά του εκείνη την Παρασκευή δεν είναι το δικαστήριο, αλλά η συνάντησή του το απόγευμα με τον πατέρα του, τον οποίο θα συνοδεύσει στο τελευταίο του δρομολόγιο με ένα γεωτρύπανο, μέχρι να τον παραδώσει σε ένα χαμόσπιτο στο Χαλκούτσι, όπου θα τον αφήσει μόνο του στο έλεος της ζωής του.

Ο Χρίστος Κυθρεώτης, παρακολουθώντας ώρα την ώρα το διεσταλμένο εικοσιτετράωρο του ήρωα, μιλάει για τις ιστορίες που επινοούμε αλλά και για τις ιστορίες που μας απευθύνονται από τη στιγμή που θα ανοίξουμε τα μάτια μέχρι να μας πάρει και πάλι ο ύπνος. Ιστορίες που ματαιοπονούν, καθώς κανένας δεν μπορεί να βοηθήσει κανέναν και καμία εξήγηση δεν εξηγεί τίποτα.

Από τα Εξάρχεια στην Ευελπίδων, μετά στην Ακαδημίας, αργότερα στα Πατήσια, κατόπιν στον Ορχομενό και τα ξημερώματα στο Ιπποκράτειο, ο ήρωας διανύει την ατελείωτη ημέρα υπό το βάρος μιας δυσοίωνης βεβαιότητας: «Τίποτα δεν θα πάει καλά, και το ξέρεις».

Τρεις είναι οι μεγάλες σκηνές του μυθιστορήματος: η δίκη, η διαδρομή προς τον Ορχομενό και ο διάλογος στο νοσοκομείο. Και στις τρεις σκηνές η υπόρρητη ιστορία είναι η απειρία των τρόπων με τους οποίους καταφέρνουμε να γίνουμε δυστυχισμένοι. Η γυναίκα που έπεσε θύμα ενός ινστιτούτου αδυνατίσματος, ο πατέρας που οδηγεί το γεωτρύπανο με προορισμό το τέλος της ζωής του και οι δύο γιοι (ο ήρωας και ο γιος της εξαπατημένης γυναίκας) που συνομιλούν στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου για τον «νόμο του θανάτου», επαναφέρουν το κεντρικό ζήτημα του βιβλίου, την αδυναμία μας να αποφασίσουμε ποια ζωή θέλουμε να ζήσουμε για πάντα.

Οσο και αν μιλάμε, στον εαυτό μας και στους άλλους, στο στόμα μένει η στυφή γεύση της ήττας. Μιλάμε, αλλά φροντίζουμε να ξεχνάμε ό,τι έχει στ’ αλήθεια σημασία. Ασταμάτητα πηγαινέλα, αναρίθμητες λέξεις, αγωνιώδεις ερωτήσεις και ολέθριες απαντήσεις, παρανοήσεις και απογοητεύσεις, εξωφρενικές ελπίδες και προδικασμένες διαψεύσεις και πάνω απ’ όλα ένας χρόνος απέραντος, που δεν γεμίζει με τίποτα. «Ολα είναι ένα μεγάλο ίδιο πράγμα».

Ο Κυθρεώτης δεν γράφει μελόδραμα για τη χαμένη γενιά της κρίσης. Γράφει για τον σαρωτικό ορυμαγδό της καθημερινότητας, για τον σαματά κάθε μέρας που ξεκινά και απαιτεί να τη φτάσεις στο τέρμα.

Συχνά η γραφή είναι ξεκαρδιστική, ανασκαλεύοντας με λυτρωτική ειρωνεία τη φαιδρή πλευρά των πραγμάτων. Πάντοτε, όμως, καραδοκεί η λέξη που θα αποδειχθεί η σταγόνα που θα ξεχειλίσει τον λυγμό στο βάθος της φωνής.

Το καλοκαιρινό φως στην Ευελπίδων, που λούζει την ιλαροτραγωδία της δίκης, δίνει βαθμιαία τη θέση του στη δύση του ήλιου για να αρχίσει το ταξίδι του γεωτρύπανου στη νύχτα της Αυλίδας, ενώ λίγο πριν ξημερώσει, οι λάμπες φθορίου του νοσοκομείου σημαδεύουν τα κουρασμένα πρόσωπα δύο γιων που συντρόφευσαν τους γονείς τους στη δυσκολότερη ημέρα της ζωής τους. 

Ενα ευφυέστατο μυθιστόρημα, κατοικημένο από παραπληρωματικά πορτρέτα, που αντανακλούν τις ανυπολόγιστες όψεις της ατέρμονης αντιδικίας με τον εαυτό μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ