ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Περιορισμένο το οπλοστάσιο ενόψει μιας νέας ύφεσης

Η Κριστίν Λαγκάρντ, που ορίστηκε διάδοχος του Μάριο Ντράγκι στην προεδρία της ΕΚΤ, είχε προειδοποιήσει ότι τη βασική γραμμή άμυνας θα αποτελέσουν οι κεντρικές τράπεζες, δεδομένων των δημοσιονομικών περιορισμών που έχουν πολλά κράτη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν ένα αγαπημένο ρητό: Eπιδιορθώστε την οροφή όσο έχει ήλιο. Ωστόσο, δέκα χρόνια μετά τη συνεργασία της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed) με την ΕΚΤ και την Τράπεζα της Ιαπωνίας, ώστε να ανακάμψει η παγκόσμια οικονομία από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η ικανότητά τους να αποτρέψουν την επόμενη ύφεση είναι περιορισμένη. Το κατά πόσον είναι προετοιμασμένες οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου να πολεμήσουν μία ακόμη ύφεση δεν είναι πια τόσο θεωρητικό, διότι η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται υπό πίεση, γράφουν οι New York Times.

Οι πιθανότητες να σημειωθεί ύφεση στις ΗΠΑ το 2020 έχουν αυξηθεί, καθώς υποχωρεί η μεταποίηση ενώ παρατείνεται η αβεβαιότητα στο εμπόριο. Στη Γερμανία, η ανεργία έχει αρχίσει να αυξάνεται, ενώ επιβραδύνεται η μεταποίηση. Στην Ιαπωνία, η ασθενική βιομηχανική παραγωγή και η υποχώρηση των εξαγωγών καθιστούν ακόμη πιο ευάλωτη την οικονομία. Το ξέσπασμα ύφεσης δεν είναι δεδομένο, ιδιαίτερα τόσο μεγάλης και επίπονης ύφεσης όσο ήταν η τελευταία, ωστόσο ο κεντρικές τράπεζες δεν έχουν σήμερα τα ίδια περιθώρια αντίδρασης που είχαν το 2008. Τα επιτόκια δανεισμού εξακολουθούν να είναι σήμερα αρνητικά στην Ευρωζώνη και στην Ιαπωνία και βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο στις ΗΠΑ.

Οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες εξακολουθούν να κατέχουν μεγάλο ύψος ομολόγων, γεγονός που ενδέχεται να καταστήσει πιο δύσκολο και λιγότερο αποτελεσματικό έναν νέο γύρο ποσοτικής χαλάρωσης. Παράλληλα, η αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής έχει πληγεί, διότι οι βασικές κεντρικές τράπεζες έχουν αποτύχει στην αποστολή τους να επαναφέρουν τον πληθωρισμό στον στόχο του 2% κατά τη διάρκεια της οικονομικής ανάκαμψης, ενώ η υπόσχεση της διατήρησης των επιτοκίων δανεισμού σε χαμηλά επίπεδα ίσως να χάσει τη δύναμή της σε έναν κόσμο όπου οι επενδυτές προβλέπουν πως αυτά θα παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα.

Οι περιορισμοί αυτοί είναι ιδιαίτερα ανησυχητικοί σε μια εποχή κατά την οποία οι διάφορες κυβερνήσεις δείχνουν μικρή προθυμία συνεργασίας. ΗΠΑ και Ε.Ε. βρίσκονται στο μέσον εμπορικής διαμάχης μετά την επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου από την Ενωση και της απειλής να επιβάλει δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα. Κεντρικοί τραπεζίτες ανά τον κόσμο επιμένουν ότι είναι έτοιμοι να αναλάβουν επιθετική δράση αν προκύψει νέα ύφεση. Η ΕΚΤ είναι έτοιμη να λάβει μέτρα στήριξης της οικονομίας της Ευρωζώνης και η Fed στέλνει το μήνυμα ότι ενδέχεται σύντομα να μειώσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού. Ομως πολλοί οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν γίνεται να διαδραματίσουν μόνες τους τον ρόλο του σωτήρα όταν χτυπήσει η επόμενη κρίση. Το γεγονός αυτό είναι ακόμη πιο ανησυχητικό αν σκεφτεί κανείς πως στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη δεν υπάρχει πολιτική διάθεση για ταχεία υιοθέτηση δημοσιονομικών μέτρων υποστήριξης της οικονομίας. «Η δημοσιονομική πολιτική έχει να διαδραματίσει πολύ ενεργότερο ρόλο και δεν είναι ακόμη εξοπλισμένη ώστε να το πράξει», είπε τον περασμένο μήνα ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, αναφερόμενος ειδικά στην Ευρώπη.

Οσον αφορά τη νομισματική πολιτική, αυτή δεν έχει το περιθώριο να αντιδράσει ακόμη και σε μια συνηθισμένη ύφεση, πρόσθεσε ο Γάλλος οικονομολόγος. Η Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία ορίστηκε ως διάδοχος του Μάριο Ντράγκι στην προεδρία της ΕΚΤ και είναι σήμερα επικεφαλής του ΔΝΤ, είχε προειδοποιήσει, ωστόσο, ότι τη βασική γραμμή άμυνας θα αποτελέσουν οι κεντρικές τράπεζες, δεδομένων των δημοσιονομικών περιορισμών που έχουν πολλά κράτη.

Η χαλάρωση δεν αρκεί

Ενώ επιμένουν οι κεντρικοί τραπεζίτες ότι εξακολουθούν να έχουν σημαντικά όπλα ώστε να αμβλύνουν την επόμενη ύφεση, πλέον δηλώνουν πιο συχνά ότι δεν γίνεται να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα απλώς χαλαρώνοντας τη νομισματική πολιτική. «Η νομισματική πολιτική θα εξακολουθήσει να επιτελεί το έργο της ασχέτως του τι θα γίνει με το δημοσιονομικό εργαλείο (σ.σ. εννοεί τον προϋπολογισμό της Ευρωζώνης), είχε πει ο Μάριο Ντράγκι τον Ιούνιο, μόλις λίγες ημέρες αφότου είχε αποτύχει το Eurogroup να δημιουργήσει κοινό μηχανισμό που θα μπορούσε να υποστηρίζει την οικονομία σε περιόδους ύφεσης. Η δημοσιονομική πολιτική «θα έκανε ταχύτερα την ίδια δουλειά και με λιγότερες παρενέργειες», είχε συμπληρώσει ο κ. Ντράγκι. Παρεμφερείς δηλώσεις είχε κάνει τον Ιούνιο και ο Τζερόμ Πάουελ, επικεφαλής της Fed. «Δεν είναι καλό να είναι η νομισματική πολιτική το βασικό μέσο αντίδρασης, πολύ περισσότερο το μοναδικό μέτρο αντίδρασης», είχε προειδοποιήσει ο πρόεδρος της Fed. Οι Αμερικανοί πολιτικοί είχαν περιορίσει τις κρατικές δαπάνες μετά την ύφεση του 2008, παρά το γεγονός πως η ανεργία ήταν υψηλή και ο ρυθμός ανάπτυξης πολύ χαμηλός. Η πρόσφατη μείωση της φορολογίας και η αύξηση των δαπανών που ψήφισαν οι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές και γερουσιαστές, έχουν αυξήσει το δημόσιο χρέος. Παρ’ όλα αυτά, δεν φαίνεται να έχουν υιοθετήσει πολιτική ευρύτερης αύξηση δαπανών σε περιόδους κρίσεων, ιδιαίτερα όσο πλησιάζουν οι εκλογές του 2020. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ