ΜΑΝΟΛΗΣ ΓΑΛΕΝΙΑΝΟΣ*

Πώς θα τονωθούν οι επενδύσεις

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το σημαντικότερο ερώτημα για την οικονομική πολιτική της νέας κυβέρνησης είναι «πώς θα έρθει η ανάπτυξη». Σχεδόν αναπόφευκτα, οι συζητήσεις γύρω από αυτό το ζήτημα καταλήγουν στο κατά πόσον είναι εφικτή η επαναδιαπραγμάτευση των απαιτητικών δημοσιονομικών στόχων με τους δανειστές, ταυτίζοντας με αυτόν τον τρόπο την ανάπτυξη με το «δημόσιο χρήμα». Η ταύτιση αυτή, αν και πολύ συνηθισμένη, είναι λανθασμένη. Η δημοσιονομική πολιτική επηρεάζει μεν την οικονομική δραστηριότητα, αλλά η ανάπτυξη (ή η έλλειψή της) εξαρτάται από πολλούς επιπλέον παράγοντες.

Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται από την προσεκτική ανάγνωση των οικονομικών πολιτικών και αποτελεσμάτων της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Το βασικό χαρακτηριστικό της περιόδου 2015-2019 όσον αφορά την οικονομία είναι η έλλειψη ανάπτυξης, η οποία ανήλθε μετά βίας στο 0,7% ετησίως, ενώ στην Ισπανία και στην Πορτογαλία τα ποσοστά ήταν 3-4 φορές υψηλότερα. Αυτή η οικονομική στασιμότητα συνήθως ερμηνεύεται ως το αποτέλεσμα της «περήφανης διαπραγμάτευσης» του πρώτου εξαμήνου του 2015 και της συνακόλουθης λιτότητας. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ όντως επέβαλε σκληρή λιτότητα τα πρώτα δύο χρόνια, η οποία είχε και πολύ αρνητικές συνέπειες για την οικονομία. Η δημοσιονομική προσαρμογή, όμως, ολοκληρώθηκε μέσα στο 2016, όταν καταγράφηκε πρωτογενές πλεόνασμα 3,9% του ΑΕΠ, ενώ τα επόμενα δύο χρόνια δεν είχαμε επιπλέον λιτότητα. Παρ’ όλα αυτά, η ανάπτυξη παρέμεινε σε αναιμικά, και μειούμενα το τελευταίο εξάμηνο, επίπεδα. Πώς εξηγείται, λοιπόν, η έλλειψη ισχυρής ανάκαμψης μετά το 2016 παρά το τέλος της λιτότητας – και ποια είναι η σημασία της για τη νέα κυβέρνηση;

Η απάντηση είναι, φυσικά, περίπλοκη, αλλά τα βασικά σημεία είναι ορατά αν επικεντρωθούμε στις επενδύσεις, η αύξηση των οποίων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την οικονομική ανάκαμψη. Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι το 2018 το ύψος των επενδύσεων ήταν περίπου ίσο με αυτό του 2014, ενώ την ίδια περίοδο κατέγραψε άνοδο μεγαλύτερη του 20% στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Υπεύθυνη για τη στασιμότητα αυτή είναι η μείωση(!) των δημοσίων επενδύσεων επί ΣΥΡΙΖΑ (τα δημοσιονομικά οφέλη της οποίας χρηματοδότησαν τα έκτακτα επιδόματα του 2018 και 2019) και κυρίως υπεύθυνη η κακή πορεία των ιδιωτικών επενδύσεων, οι οποίες αναλογούν περίπου στο 75% του συνόλου των επενδύσεων.

Το χαμηλό επίπεδο των ιδιωτικών επενδύσεων οφείλεται κατά το ήμισυ στη στενότητα χρηματοδότησης, σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο σημαίνει ότι παρά την κακή οικονομική συγκυρία, υπάρχουν επενδυτικές ευκαιρίες οι οποίες όμως μένουν αναξιοποίητες.

Η έλλειψη χρηματοδότησης, με τη σειρά της, πηγάζει από την καθυστέρηση της εκκαθάρισης των κόκκινων δανείων των τραπεζών, όπως παρατηρεί η πιο πρόσφατη έκθεση της τρόικας. Επιπλέον ανασταλτικός παράγοντας, ιδίως για τις μεγάλες επενδύσεις, αποτελεί η έλλειψη πολιτικής βούλησης για την επίλυση των πολλών γραφειοκρατικών προβλημάτων που αναπόφευκτα συναντούν τα μεγάλα εγχειρήματα στη χώρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επένδυση του Ελληνικού, το ύψος της οποίας αντιστοιχεί με το 1/3 των ετήσιων επενδύσεων στην Ελλάδα, και η οποία παραμένει στα χαρτιά αποκλειστικά για γραφειοκρατικούς λόγους, παρά τις τακτικές κυβερνητικές ανακοινώσεις για «μπουλντόζες στο τέλος του έτους».

Τι σημαίνουν, όμως, όλα αυτά για την οικονομική πολιτική από εδώ και πέρα; Δύο πράγματα. Πρώτον, ότι υπάρχει η δυνατότητα να τονωθούν οι επενδύσεις και κατ’ επέκταση η ευρύτερη οικονομική ανάπτυξη, αλλάζοντας τις προτεραιότητες των κρατικών δαπανών (δημόσιες επενδύσεις αντί για επιδόματα), αναλαμβάνοντας ταχύτερη δράση για το ξεκαθάρισμα του τραπεζικού τομέα και βοηθώντας στην επίλυση των γραφειοκρατικών κολλημάτων που συναντά κάθε επενδυτής στην Ελλάδα.

Δεύτερον, και σημαντικότερον, ότι οι δράσεις αυτές δεν απαιτούν επιπλέον δημόσιο χρήμα, το οποίο θα χρειαζόταν τη, μάλλον δύσκολη σε αυτή τη συγκυρία, συγκατάθεση των δανειστών – αλλά προϋποθέτουν διαχειριστική επάρκεια και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του ιδιωτικού τομέα σε μια σύγχρονη οικονομία. Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη αποτυχία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Ας ελπίσουμε ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα τα καταφέρει καλύτερα.

* Ο κ. Μανόλης Γαλενιανός είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ