ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

Μοναδική ευκαιρία για μεταρρυθμιστική υπέρβαση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η δεκαετής ύφεση μπορεί να ερμηνευθεί μέσα από το πρίσμα δύο ελλειμμάτων, δημοσιονομικού και εμπορικού. Το δημοσιονομικό έλλειμμα υπήρξε απόρροια του εθισμού του μεταπολιτευτικού πολιτικο-οικονομικού συστήματος σε παροχές, κάποιες αναγκαίες μα πολλές λαϊκίστικες. Οσο η οικονομία αναπτυσσόταν, τα δημοσιονομικά ελλείμματα ήταν διαχειρίσιμα και το χρέος βιώσιμο. Ο εκτροχιασμός της περιόδου 2007-2009 (έλλειμμα 36 δισ. ευρώ το 2009) και η ύφεση γρήγορα δημιούργησαν μία ασφυκτική κατάσταση.

Το εμπορικό έλλειμμα ήταν εξίσου δυσθεώρητο (33 δισ. ευρώ το 2008), απεικονίζοντας τον βαθύτερο γενεσιουργό παράγοντα της κρίσης, την ισχνή ανταγωνιστικότητα. Οι πηγές πολλαπλές: κομματική διοίκηση, κακονομία, καθυστερήσεις στη Δικαιοσύνη, διαφθορά, ολιγοπωλιακές αγορές, οικογενειοκρατικό εσωστρεφές μάνατζμεντ με απουσία εταιρικής διακυβέρνησης, ελλιπή μηχανοργάνωση, που συνδέεται με απουσία αξιολόγησης και αναξιοκρατία.

Οι κυβερνήσεις την περίοδο 2009-2014 προσπάθησαν να μειώσουν τα «διπλά» ελλείμματα. Με τεράστιες θυσίες, η χώρα πέτυχε μία εντυπωσιακή δημοσιονομική προσαρμογή σε καθεστώς ακραίας αβεβαιότητας. Ομως, στους τομείς που καθορίζουν την ανταγωνιστικότητα τα αποτελέσματα υπήρξαν πενιχρά. Τέσσερις παράγοντες υπήρχαν καθοριστικοί.

Πρώτον, οι μεταρρυθμίσεις έγιναν σε περίοδο ακραίας λιτότητας. Στα μάτια των πολιτών η λέξη μεταρρύθμιση έγινε ταυτόσημη με μείωση μισθών και συντάξεων, ανεργία και υποαπασχόληση. Αυτό οδήγησε σε μεταρρυθμιστική κόπωση. Δεύτερον, υπήρξε αντίδραση ακόμα και στις πιο προφανείς μεταρρυθμίσεις, για παράδειγμα αυτές που αποσκοπούσαν στην επιτάχυνση της Δικαιοσύνης ή την ενίσχυση του ανταγωνισμού. Η αντίδραση ήταν ακραία, με πολωτικό λόγο γεμάτο ψέματα και βία. Τρίτον, υπήρξε βιασύνη και λανθασμένη ιεράρχηση, καθώς υπήρχαν αυστηρές προθεσμίες για την πληρωμή μισθών-συντάξεων και τοκοχρεολυσίων. Τέταρτον, οι μεταβαλλόμενες πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό δεν επέτρεψαν τη σύνταξη ενός ολοκληρωμένου ελληνικού σχεδίου. Τα συνοδευτικά των δανειακών συμβάσεων προγράμματα ήταν σχεδιασμένα από «ξένους» τεχνοκράτες και η προπαγάνδα του αντιμνημονιακού τόξου τα εμφάνισε ως επιβαλλόμενα.

Τα ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση είναι περίπλοκα και δυσεπίλυτα. Εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν, ο διάβολος κρύβεται πάντα στις λεπτομέρειες. Υπάρχει όμως μία μοναδική ευκαιρία, καθώς τα προαναφερθέντα εμπόδια των προηγουμένων ετών έχουν αμβλυνθεί.

Οι νέες μεταρρυθμίσεις θα θεσμοθετηθούν σε ένα μη υφεσιακό περιβάλλον. Επιπλέον, η ευρωπαϊκή οικονομία εμφανίζεται σταθερή, με πολύ χαμηλά μακροχρόνια επιτόκια δανεισμού. Η ανάπτυξη είναι σαφώς χαμηλότερη των αναγκών της ελληνικής κοινωνίας μετά 11 χρόνια ύφεσης. Ομως, το πρόσημο είναι θετικό. Υπάρχουν νάρκες (ΔΕΗ, αποφάσεις δικαστηρίων για περικοπές δαπανών), αλλά εν πολλοίς η δημοσιονομική προσαρμογή έχει επιτευχθεί. Αυτό πρέπει να διατηρηθεί και δεν θα είναι εύκολο, καθώς «φυλάξαι τ’ ἀγαθὰ τοῦ κτήσασθαι χαλεπώτερον εἶναι». Οι εταίροι δεν θα δεχθούν στην παρούσα φάση αλλαγή των στόχων για τα πλεονάσματα. Η κυβέρνηση δεν έχει λόγο να ανοίξει το ζήτημα αυτό και να δαπανήσει, για το θεαθήναι, πολιτικό κεφάλαιο. Αντιθέτως, πρέπει να διορθώσει τις προεκλογικές απερισκεψίες της απελθούσας κυβέρνησης που εκτροχίασαν την απαρέγκλιτη  εκτέλεση του προϋπολογισμού. Η τήρηση των συμφωνηθέντων θα ενισχύσει την αξιοπιστία της χώρας, κάτι αναγκαίο, ιδιαίτερα αν υπάρξουν αρνητικές μεταβολές στο διεθνές περιβάλλον.

Προτεραιότητα είναι οι διαρθρωτικές αλλαγές στην Παιδεία, στη δημόσια διοίκηση, στην Δικαιοσύνη και στη μηχανοργάνωση. Υστερα, με αυτές ως εχέγγυο, η κυβέρνηση μπορεί να ζητήσει δημοσιονομικό χώρο για τα επόμενα έτη. 

Δεύτερον, ο ακραίος αντιμνημονιακός λόγος έχει καταλαγιάσει, ιδιαίτερα μετά τη μεταστροφή της απελθούσας κυβέρνησης. Οκτώ στους δέκα ψηφοφόρους επέλεξαν κόμματα που έχουν ψηφίσει τουλάχιστον ένα μνημόνιο. Υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η δήλωση, όμως, του απερχόμενου πρωθυπουργού ότι θα μετακινήσει το κόμμα του στο κέντρο, μπορεί να αποβεί χρήσιμη, αν γίνει πράξη. Η εμφανής σύγκλιση σημαντικού τμήματος του κυβερνώντος κόμματος με την ελάσσονα αντιπολίτευση θα πρέπει να μετουσιωθεί στη νομοθέτηση με ευρεία πλειοψηφία μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων στην Παιδεία, στην ασφάλεια και στη δημόσια διοίκηση. Αυτό θα ενισχύσει καθοριστικά την αξιοπιστία της χώρας.

Τρίτον, αν και ο πολιτικός χρόνος δεν είναι ποτέ άπλετος, δεν υπάρχουν πλέον οι ασφυκτικές προθεσμίες των τριών δανειακών συμβάσεων. Και δεν φαίνονται εμπόδια που θα διακόψουν την τετραετή θητεία. Αυτό δίνει ευχέρεια στη σύνταξη των νομοσχεδίων. Υπάρχουν λεπτομερείς προτάσεις για μία σειρά διαρθρωτικών παρεμβάσεων που μπορούν να αποτελέσουν βάση διαλόγου (βλ. τον συλλογικό τόμο «Πέρα από τη Λιτότητα» ή τις εκθέσεις της ΔιαΝΕΟσις). Είναι ενθαρρυντικό ότι στους περισσότερους τομείς η κυβέρνηση στελεχώνεται από έμπειρα στελέχη με γνώση του αντικειμένου.

Η νέα κυβέρνηση παραλαμβάνει μία σχετικά καλή δημοσιονομική κατάσταση και μία οικονομία με αυξανόμενη απασχόληση και παραγωγή, αν και ισχνή. Αντίθετα, η κατάσταση στη δημόσια διοίκηση, στην Δικαιοσύνη, στους θεσμούς και στην Παιδεία είναι αποκαρδιωτική. Σε αυτούς τους τομείς η κυβέρνηση πρέπει να εφαρμόσει «big bang» αλλαγές, άμεσα, βάζοντας ψηλά τον πήχυ. Καθώς η «μνημονιακή» περίοδος σβήνει, η χώρα έχει την ευκαιρία να βιώσει μία ενάρετη περίοδο προόδου και ανάπτυξης.

* Ο κ. Ηλίας Παπαϊωάννου είναι καθηγητής Οικονομικών στο London Business School. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ